Είστε εδώ

ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Οι εξετάσεις αίματος αφορούν στη μέτρηση διαφόρων συστατικών σε δείγμα αίματος. Οι εξετάσεις αυτές είναι πάρα πολλές και ζητούνται ανάλογα με το πρόβλημα του κάθε ατόμου. Γενικά διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες, όπως: Α. Γενική εξέταση αίματος – Ταχύτητα Καθίζησης Ερυθρών (ΤΚΕ) – Έλεγχος πήξης αίματος Η Γενική εξέταση αίματος είναι από τις βασικότερες εξετάσεις καθώς δίνει πληροφορίες για την γενικότερη κατάσταση του οργανισμού, αλλά και συγκεκριμένα για την κατάσταση του μυελού των οστών. Περιλαμβάνει αναλύσεις που αφορούν τα ερυθρά αιμοσφαίρια, τα λευκά αιμοσφαίρια και τα αιμοπετάλια.

  • Τα ερυθρά αιμοσφαίρια (RBC) και οι δείκτες που τα αφορούν (αιματοκρίτης, αιμοσφαιρίνη, δικτυοερυθροκύτταρα –ΔΕΚ-, μέσος όγκος ερυθρών –MCV-, μέση περιεκτικότητα αιμοσφαιρίνης –MCHC-, μέση περιεκτικότητα αιμοσφαιρίνης κατ’ όγκο –MCHC-, εύρος κατανομής ερυθρών –RDW-), επηρεάζονται γενικά σε αναιμίες και πολλές άλλες καταστάσεις. Στην περίπτωση αναιμίας οι περισσότερες από τις τιμές αυτές είναι μειωμένες και σε συνδυασμό, οι μετρήσεις δίνουν πληροφορίες για το είδος της αναιμίας.
  • Τα λευκά αιμοσφαίρια και οι κατηγορίες τους (ουδετερόφιλα ή πολυμορφοπύρηνα, λεμφοκύτταρα, μονοπύρηνα, ηωσινόφιλα, βασεόφιλα) δίνουν πληροφορίες για την παρουσία κάποιας λοίμωξης και το είδος της, για αλλεργίες αλλά και πολλές άλλες καταστάσεις όπως οι λευχαιμίες και τα λεμφώματα.
  • Τα αιμοπετάλια δίνουν πληροφορίες για την πήξη του αίματος, αλλά και για παθήσεις που σχετίζονται με διαταραχές τους, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις αποτελούν γενικό δείκτη φλεγμονής, υποδηλώνουν δηλαδή ότι κάποιο πρόβλημα υπάρχει στη λειτουργία του οργανισμού.
  • Η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών όταν είναι αυξημένη, αποτελεί μη ειδικό δείκτη παρουσίας νόσου που πρέπει να διερευνηθεί και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την παρακολούθηση της εξέλιξης της θεραπείας κάποιας νόσου.
  • Ο έλεγχος πήξης (χρόνοι προθρομβίνης, μερικής θρομβοπλαστίνης, INR, ινωδογόνο, παράγοντες πήξης, κ.ά.) δίνει πληροφορίες για την κατάσταση πήξης και μεταξύ άλλων είναι απαραίτητη στην παρακολούθηση ασθενών που παίρνουν αντιπηκτική αγωγή.

  Β. Βιοχημικές εξετάσεις αίματος Αφορούν τον προσδιορισμό διαφόρων ουσιών που περιέχονται στο αίμα, που γίνεται με βιοχημικές μεθόδους. Οι συνηθέστερες εξετάσεις είναι:

  • Το σάκχαρο (γλυκόζη), που χρησιμεύει κυρίως στη διάγνωση και στην παρακολούθηση του σακχαρώδους διαβήτη.
  • Η ουρία και η κρεατινίνη, που δίνουν πληροφορίες για τη λειτουργία των νεφρών.
  • Το ουρικό οξύ, που επηρεάζεται σε νεφρικές παθήσεις, αλλά και στην ουρική αρθρίτιδα.
  • Τα λευκώματα ή πρωτεΐνες του αίματος, που σχετίζονται με τη λειτουργία του ήπατος, των νεφρών, με αυτοάνοσα νοσήματα, εντεροπάθειες, κακή διατροφή, αφυδάτωση, και άλλες καταστάσεις.
  • Οι τρανσαμινάσες (SGOT ή AST και SGPT ή ALT), που είναι δείκτες της λειτουργίας του ήπατος.
  • Οι φωσφατάσες (όξινη και αλκαλική), που σχετίζονται με παθήσεις του ήπατος και των οστών.
  • Η χολερυθρίνη που σχετίζεται με παθήσεις του ήπατος και με κάποιες αναιμίες. Η αύξησή της προκαλεί τον ίκτερο.
  • Η γ-GT (γ-γλουταμυλοτρανσφεράση), που όταν είναι αυξημένη συνηγορεί για κάποιο πρόβλημα στο ήπαρ.
  • Η LDH (γαλακτική αφυδρογονάση), που επηρεάζεται σε παθήσεις μυών, ήπατος αλλά και του μυοκαρδίου.
  • Η CPK (κρεατινική κινάση), που σχετίζεται με μυϊκές παθήσεις αλλά και παθήσεις του μυοκαρδίου.
  • Τα λιπίδια του αίματος, που περιλαμβάνουν την «καλή» χοληστερόλη-HDL, την «κακή» χοληστερόλη –LDL, τα τριγλυκερίδια, τις λιποπρωτεΐνες και τις απολιποπρωτεΐνες, που οι διαταραχές τους αποτελούν παράγοντα κινδύνου για πολλές παθήσεις, όπως η αθηροσκλήρωση.
  • Τα παγκρεατικά ένζυμα (αμυλάση, λιπάση), για την εκτίμηση της παγκρεατικής λειτουργίας.
  • Οι ηλεκτρολύτες (Νάτριο, Κάλιο, Ασβέστιο, Μαγνήσιο, Φωσφόρος, Χλώριο), που σε συνδυασμό με άλλες εξετάσεις δίνουν πληροφορίες για τη συνολική λειτουργία του οργανισμού.
  • Ο σίδηρος, η φεριτίνη, η τρανσφερίνη, η σιδηροδεσμευτική ικανότητα ορού, που βοηθούν στην εκτίμηση των αποθεμάτων σιδήρου και τη διάγνωση της σιδηροπενίας.

Γ. Ορμονικές εξετάσεις Αφορούν σε μετρήσεις ορμονών, και χρησιμεύουν στον έλεγχο ενδοκρινών αδένων και παθήσεων που σχετίζονται με αυτούς. Είναι χρήσιμες για τον έλεγχο του θυρεοειδούς, του σακχαρώδους διαβήτη, της οστεοπόρωσης, των διαταραχών ανάπτυξης, των παθήσεων των επινεφριδίων, των προβλημάτων αναπαραγωγής, κ.ά. Δ. Ανοσολογικές εξετάσεις Με αυτές ελέγχεται η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, η παρουσία ανοσίας μετά από εμβολιασμό ή νόσηση, η παρουσία διαφόρων λοιμώξεων και η πορεία τους, ενώ επίσης βοηθούν στη διάγνωση αυτοάνοσων νοσημάτων. Ανιχνεύουν συγκεκριμένα αντισώματα και αντιγόνα. Ε. Μοριακές εξετάσεις Αφορούν στον έλεγχο του DNA. Χρησιμεύουν στον εντοπισμό γονιδίων και μεταλλάξεων που σχετίζονται με συγκεκριμένα νοσήματα. Είναι πολύ σημαντικές στον προγεννητικό έλεγχο, στην πρόληψη γενετικών νοσημάτων και στην αναζήτηση πατρότητας. Στ. Δείκτες νεοπλασίας Είναι ουσίες που παράγονται σε μεγάλες ποσότητες από καρκινικά κύτταρα και βοηθούν στην πρώιμη διάγνωση κακοηθειών αλλά και στην παρακολούθηση της θεραπείας και των υποτροπών τους. Ζ. Τοξικολογικές εξετάσεις Μετρούν τις συγκεντρώσεις τοξικών ουσιών σε περίπτωση δηλητηρίασης, αλλά και φαρμάκων ώστε να ρυθμίζεται η δόση και να μην κινδυνεύει ο ασθενής.

Τι αντιμετωπίζουν οι Αιματολογικές εξετάσεις

Κάποιες αιματολογικές εξετάσεις πρέπει να γίνονται στα πλαίσια του ετήσιου προληπτικού ελέγχου σε όλους τους ανθρώπους. Το είδος των προληπτικών εξετάσεων διαφέρει ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Άτομα με συγκεκριμένα προβλήματα υγείας ή με οικογενειακό ιστορικό σοβαρών παθήσεων, θα πρέπει να κάνουν συχνότερα εξετάσεις, συνήθως περισσότερες, πιο ειδικές και νωρίτερα σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Αν οι προληπτικές αιματολογικές εξετάσεις αποκαλύψουν κάποιο πρόβλημα, θα χρειαστεί συνήθως να γίνουν περισσότερες εξετάσεις στα πλαίσια της διερεύνησής του. Σε κάθε περίπτωση ο γιατρός είναι εκείνος που θα καθοδηγήσει τον ασθενή στο είδος των εξετάσεων που θα πρέπει να κάνει.

 

Οι μετρήσεις στο ALPHA PROLIPSIS είναι θεμελιώδεις για την κλινική διάγνωση. Η Γενική εξέταση αίματος περιλαμβάνει την καταμέτρηση και τη μορφολογική εξέταση των ερυθρών και των λευκών αιμοσφαιρίων, της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη, των αιμοπεταλίων και των ερυθροκυτταρικών δεικτών. Η ανάλυση του αίματος παρέχει ένα πλήθος πληροφοριών για τη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού, όπως η μεταφορά του οξυγόνου και η άμυνα του οργανισμού. Η μεταφορά του οξυγόνου στους ιστούς πραγματοποιείται μέσω της αιμοσφαιρίνης των ερυθρών κυττάρων. Επομένως, η ποσότητα της αιμοσφαιρίνης πρέπει να μετριέται γρήγορα και αξιόπιστα. Αξιόπιστες μετρήσεις με ακρίβεια και σύντομο χρόνο διεκπεραίωσης χρειάζονται και για τα λευκά αιμοσφαίρια και τις διάφορες κατηγορίες λευκοκυττάρων, διότι είναι οι βασικοί συντελεστές της άμυνας. 

Στο ALPHA PROLIPSIS διενεργείται επίσης ο έλεγχος αιμορραγικής διάθεσης και ο έλεγχος θρομβοφιλίας,  καθώς και η ταχεία αξιολόγηση της λειτουργικότητας των αιμοπεταλίων σε μικρά δείγματα ολικού αίματος με κιτρικά. Η δυσλειτουργία των αιμοπεταλίων μπορεί να είναι επίκτητη, κληρονομική ή προκληθείσα από παράγοντες αναστολής των αιμοπεταλίων. Οι πλέον συνήθεις αιτίες για τη δυσλειτουργία των αιμοπεταλίων σχετίζονται με ουραιμία, ηπατοπάθεια, καρδιοπνευμονική παράκαμψη, τη νόσο von Willebrand, αιμοπεταλιοπάθειες και πολύ συχνά την έκθεση σε αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες όπως το ακετυλοσαλικυλκό οξύ και η κλοπιδογρέλη. Η μέθοδος αυτή ενδείκνυται για τη μελέτη και ανάδειξη της αντίστασης των αιμοπεταλίων στη χρήση της ασπιρίνης.

Ο έλεγχος των αιμοσφαιρινοπαθειών πραγματοποιείται στο αιματολογικό εργαστήριο με την ηλεκτροφόρηση αιμοσφαιρίνης όπου ανιχνεύονται και προσδιορίζονται ποσοτικά, πέραν των Α2, F, S και σπάνιες αιμοσφαιρίνες, όπως D, C, H, O, J, Lepore κ.α.

Στο ALPHA PROLIPSIS  διενεργείται ο προσδιορισμος ομάδων αίματος και Rhesus. Οι ομάδες αίματος και Rhesus  ελέγχονται με αντιορούς και την ημιαυτοματοποιημένη μέθοδο γέλης (Grifols). Στην περίπτωση που το Rhesus είναι αρνητικό, το εργαστήριο έχει τη δυνατότητα προσδιορισμού του φαινοτύπου με αντιορούς  C,c,E και e. Eπίσης γίνεται προσδιορισμός της άμεσης και έμμεσης Coombs καθώς και τιτλοποίηση εμμέσου Coombs  με την ημιαυτοματοποιημένη μέθοδο γέλης (Grifols).

 

ΜΕΘΟΔΟΙ

 

 Αιματολογία: κυτταρομετρία ροής με φθορισμό με χρήση προηγμένων φθοριοχρωμάτων (special fluorochromes), μέθοδος της κατ’ όγκον ανάλυσης (αρχή της ηλεκτρικής αντίστασης), αυτόματη μικροσκόπηση 
 Πήξη: φωτομετρική/θολοσιμετρική -πηξιολογική, χρωμογονική, ανοσολογική, μέθοδοι συγκόλλησης και γέλης
 Για τη διάγνωση των αιμοσφαιρινοπαθειών, χρησιμοποιείται η μέθοδος αναφοράς της υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης (HPLC)

Συμβουλές Υγείας 

Τι ώρα πρέπει να γίνεται η αιμοληψία

Η αιμοληψία συνιστάται να γίνεται μεταξύ 07:00 και 9:00 το πρωί πριν από το πρωινό. Ορισμένες παράμετροι μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια του 24ώρου, όπως π.χ. ο σίδηρος, τα επίπεδα του οποίου το βράδυ είναι χαμηλότερα κατά 25%. Με την πρωινή αιμοληψία εξασφαλίζουμε ότι υπάρχουν καθημερινά παρόμοιες συνθήκες και προκύπτουν συγκρίσιμα αποτελέσματα. Επιπλέον, για τις συνηθισμένες βιοχημικές εξετάσεις (σάκχαρο, χοληστερίνη κτλ) απαιτείται νηστεία 10-12 ωρών, η οποία επιτυγχάνεται με την πρωινή αιμοληψία και τον ασθενή νηστικό κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Πόσες ώρες πρέπει να είμαι νηστικός/ή πριν την αιμοληψία;

Οι περισσότερες βιοχημικές εξετάσεις, προκειμένου να είναι αξιόπιστες, απαιτούν νηστεία 10-12 ωρών πριν την αιμοληψία, η οποία νηστεία περιλαμβάνει και ξηρούς καρπούς, χυμούς, αλκοόλ, καφέ, καραμέλες, τσίχλες.

Βέβαια, πολλές εξετάσεις μπορούν να διενεργηθούν χωρίς να απαιτείται προηγούμενη νηστεία, όπως η γενική αίματος, οι καρκινικοί δείκτες, οι περισσότερες ορμόνες, τα αντισώματα, ο έλεγχος θρομβοφιλίας, οι εξετάσεις για αλλεργία, το INR, το APTT, το ινωδογόνο, η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, η φερριτίνη, αλλά και κάποιες βιοχημικές, όπως κρεατινίνη, SGOT, SGPT κ.α.

Για ορισμένες εξετάσεις είναι απαραίτητη η 24ωρη αποχή από το αλκοόλ, όπως για χοληστερόλη, HDL, LDL, VLDL, λιποπρωτεΐνη α, CPK.

Μπορώ να πάρω τα φάρμακά μου πριν την αιμοληψία;

Αρκετά φάρμακα παρεμβαίνουν στο μεταβολισμό ορισμένων ουσιών ή στην αντίδραση της ανάλυσης και δεν πρέπει να λαμβάνονται πριν την αιμοληψία. Τέτοια φάρμακα είναι:

Η κορτιζόνη (επηρεάζεται το σάκχαρο, η χοληστερίνη, τα τριγλυκερίδια κ.α.)
Αγχολυτικά – υπνωτικά (Librium, Oasil, Hipnosedon)
Σαλικυλικά (Ασπιρίνη, Salospir)
Αντιυπερτασικά – διουρητικά (Hygroton, Lasix)
Αντισυλληπτικά (προκαλούν αύξηση του σιδήρου, της ολικής χοληστερόλης και μείωση της HDL-χοληστερόλης)
Το αντιεπιληπτικό φάρμακο Epanutin
Επιπλέον, δεν πρέπει να πάρουν το φάρμακό τους πριν την αιμοληψία:

Διαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν είτε από του στόματος υπογλυκαιμικό φάρμακο είτε ινσουλίνη
Όσοι βρίσκονται υπό αγωγή για ρύθμιση της χοληστερίνης
Ασθενείς που λαμβάνουν θυροξίνη, χάπι για το θυρεοειδή, εκτός αν συστήσει διαφορετικά ο ενδοκρινολόγος.
Αν κάποιος λαμβάνει σκεύασμα σιδήρου χρειάζεται να διακόψει τη λήψη του φαρμάκου τουλάχιστον για 2 μέρες (ως 3) προκειμένου να μετρηθούν τα επίπεδα του σιδήρου ορού με αξιοπιστία.

Προκειμένου να ελεγχθούν επίπεδα φαρμάκων, όπως η διγοξίνη (Digoxin), το λίθιο (Milithin, Lithiofor), το βαλπροϊκό νάτριο (Depakine), η καρβαμαζεπίνη (Tegretol), η αιμοληψία πρέπει να γίνει τις πρώτες πρωινές ώρες και πριν τη λήψη του φαρμάκου.

Για κάθε απορία σας σχετικά με τα φάρμακα που λαμβάνετε και τη σχέση τους με την αιμοληψία επικοινωνήστε μαζί μας.

Μπορώ να πιω νερό πριν την αιμοληψία;

Ναι, το νερό δεν επηρεάζει καμία εξέταση. Φαίνεται, μάλιστα, ότι διευκολύνεται η αιμοληψία όταν κάποιος δεν είναι αφυδατωμένος και συνιστάται, σε ασθενείς με λεπτές φλέβες, να πίνουν 1-2 ποτήρια νερό πριν την πρωινή αιμοληψία.

Μπορώ να καπνίσω πριν την αιμοληψία;

Με το κάπνισμα ενός τσιγάρου διεγείρεται ο μυελός και ο φλοιός των επινεφριδίων. Η γλυκόζη αυξάνεται σε 10 λεπτά και η αύξησή της διαρκεί 1 ώρα. Η αυξητική ορμόνη διπλασιάζεται σε 30 λεπτά. Είναι προτιμότερο να αποφύγουμε το κάπνισμα πριν την αιμοληψία.