Είστε εδώ

ΙΑΤΡΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Αξιολόγηση υποθέσεων ιατρικής αμέλειας

Ανάλογα με το στάδιο και τις απαιτήσεις κάθε υπόθεσης σωματικής βλάβης, οι πραγματογνώμονες ιατροί της Alpha Prolipsis είναι σε θέση να καλύψουν οποιοδήποτε θέμα ιατρικής τεκμηρίωσης και αξιολόγησης σε προδικαστικό ή δικαστικό επίπεδο με επαγγελματισμό, ταχύτητα και ακρίβεια.

Τα  τελευταία χρόνια αναπτύσσεται διαρκώς και  στη χώρα μας ένας κλάδος του δικαίου  που έχει ως επίκεντρο την πλημμελή ιατρική συμπεριφορά (ιατρική αμέλεια) και ως αντικείμενο την  ποινική και αστική αντιμετώπιση του ιατρικού  σφάλματος.
Η  εξέλιξη αυτή οφείλεται στο μεγάλο κύμα αγωγών και μηνύσεων  που ασκούνται κυρίως  την τελευταία εικοσαετία εναντίον ιατρών και νοσηλευτικών  Ιδρυμάτων-Κλινικών, δημοσίων και ιδιωτικών επί τη βάσει ιατρικής αμέλειας.
Τα  Ελληνικά δικαστήρια  επιδικάζουν υψηλά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική  ικανοποίηση λόγω ηθικής  βλάβης ή ψυχικής οδύνης (σε περίπτωση θανάτου).
Από   νομικής άποψης ο χειρισμός μίας υπόθεσης ιατρικής αμέλειας είναι αρκετά δυσχερής   και προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση και κυρίως εμπειρία του Δικηγόρου σε  παρόμοιες υποθέσεις, διότι αφ’ενός η πράξη απέχει από την θεωρία και αφ’ετέρου   είναι αναγκαίο ο χειριστής της υπόθεσης να εμπεδώσει το επίδικο ιατρικό θέμα και   να συνεργαστεί επιτυχώς με ειδικούς στα ιατρικά θέματα (ιατρούς - πραγματογνώμονες,).
Τα παραπάνω έχουν εφαρμογή ανεξάρτητα με το εάν   ο εντολέας  (πελάτης) του Δικηγόρου είναι ιατρός (εναγόμενος)   ή ασθενής (ενάγων) διότι η  επίθεση και η άμυνα στις περιπτώσεις αυτές  είναι οι δύο διαφορετικές όψεις του  ίδιου νομίσματος. 

Αντιλαμβανόμαστε την ιδιαίτερη σημασία που έχουν οι περιπτώσεις ιατρικής αμέλειας, και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ένα εξειδικευμένο τμήμα της εταιρείας μας αναλαμβάνει την επεξεργασία και τεκμηρίωση των σχετικών υποθέσεων.

Με διαύγεια και αξιοπιστία αναλύουμε κάθε περιστατικό και αναδεικνύουμε τα σημεία στα οποία μπορεί να στηριχθεί επιστημονικά η υπερασπιστική γραμμή του εντολέα μας, είτε πρόκειται για φυσικό πρόσωπο ή για τον ασφαλιστικό κλάδο επαγγελματικής αστικής ευθύνης. Η εμπειρία και η μακροχρόνια συνεργασία μας με εξειδικευμένα νομικά γραφεία στον χώρο του medical malpractice defense εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή διεκπεραίωση της υπόθεσης και την υπεράσπιση των συμφερόντων του εντολέα μας.

 

Συμβουλές Υγείας 

Δίκτυο Ιατρών

Η Alpha Prolipsis έχει συγκροτήσει ένα πανελλαδικό δίκτυο συνεργατών ιατρών όλων των ειδικοτήτων, με σημαντική εμπειρία στην αιτιολογημένη αξιολόγηση υποθέσεων σωματικής βλάβης, τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη και την ασφαλιστική ιατρική. Η εταιρεία έχει καθορίσει αυστηρά κριτήρια επιλογής των συνεργατών ιατρών της, με γνώμονα την επιστημονική επάρκεια και την εμπειρία στον χώρο των ιατρονομικών υπηρεσιών. Ο κώδικας δεοντολογίας της Alpha Prolipsis εγγυάται την αμερόληπτη και ανεπηρέαστη ιατρική κρίση κάθε συνεργάτη μας και διασφαλίζει ότι ο χειρισμός του συνόλου των ιατρικών και νομικών εγγράφων γίνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων και τις προβλέψεις της ιατρικής δεοντολογίας
Με την εφαρμογή πιστοποιημένης διαδικασίας, κάθε μέλος του δικτύου ιατρών της Alpha Prolipsis υπόκειται σε διαρκή αξιολόγηση ούτως ώστε να επιτευχθεί η βέλτιστη ποιότητα παροχής υπηρεσιών σχετικά με κάθε γνωμοδότηση και για κάθε υπόθεση. Επιπρόσθετα, με σεμινάρια που σχεδιάστηκαν να προσφέρουν ενημέρωση και συμβουλευτική υποστήριξη των πραγματογνωμόνων ιατρών μας, αποβλέπουμε στην εις βάθος εξειδίκευση των στελεχών μας στις ιατρονομικές υπηρεσίες και εν τέλει την παροχή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας προς τους εντολείς μας.

Παρεχόμενες υπηρεσίες

Προκαταρτική Ιατρική Εκτίμηση - Preliminary Medical Evaluation
Περιλαμβάνει την προδικαστική, επιγραμματική αξιολόγηση για το ιατρικώς βάσιμο ενός νομικού ισχυρισμού.

Αξιολόγηση Ιατρικών Δεδομένων - Auditing
Περιλαμβάνει τον σχολιασμό και ερμηνεία κλινικοεργαστηριακών δεδομένων, τα οποία αποτελούν κύριο ή επικουρικό τμήμα της δικογραφίας.

Ιατρονομική Συμβουλευτική - Medical to Legal Consultation
Περιλαμβάνει απαντήσεις σε σύντομα ιατρικά ερωτήματα, τα οποία δυνατόν να ανακύψουν ανά πάσα στιγμή στην εξωδικαστική, προδικαστική ή διαδικαστική εξέλιξη μιας υπόθεσης.

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση - Verification with References
Περιλαμβάνει την ανεύρεση επιλεγμένων ιατρικών βιβλιογραφικών αναφορών για την υποστήριξη των εκάστοτε νομικών επιχειρημάτων, κατ' αντιστοιχία προς την παράθεση νομολογίας.

Εκτίμηση Ειδήμονα - Ask Τhe Expert Service
Περιλαμβάνει την προσθήκη στην νομική επιχειρηματολογία της βαρύνουσας ιατρικής γνώμης ενός ειδήμονα περί του γνωστικού αντικειμένου της υποθέσεως Ask Τhe Expert Service).

Ιατρική Έκθεση Τεχνικού Συμβούλου - Consultant's Medical Report
Περιλαμβάνει την σύνταξη ολοκληρωμένης Εκθέσεως, συνθέτουσας με αποδεικτικό χαρακτήρα όλα τα επί μέρους ιατρικά στοιχεία της υποθέσεως, χρησιμοποιώντας τους Κανόνες της Ιατρικής Μετά Αποδείξεων (Evidence Based Medicine).

Νομοθεσία

Από πλευράς ποινικής αντιμετώπισης, δηλαδή αναφορικά με το δικαστήριο που γίνεται για τον ποινικό κολασμό του ιατρού (φυλάκιση), εφαρμογή έχουν κυρίως τα άρθρα 302 και 314 του Ποινικού Κώδικα, που εφαρμόζονται επίσης σε κάθε είδους ατυχήματα που τελούνται από αμέλεια (πχ τροχαία ατυχήματα, εργατικά ατυχήματα κλπ). Με άλλα λόγια ο ποινικός νομοθέτης δεν έχει θεσμοθετήσει ειδικές διατάξεις για την ποινική τιμωρία των ιατρών και υπάγει την ιατρική αμέλεια στον γενικό κανόνα της αμέλειας, ήτοι της έλλειψης της δέουσας προσοχής και επιμέλειας κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων.

Εξάλλου στο ποινικό δικαστήριο ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου, δηλαδή πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι ο ιατρός έσφαλε και αυτό το σφάλμα του βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή την σωματική βλάβη ή τον θάνατο του ασθενή.

Από αστική πλευρά, δηλαδή αναφορικά με το δικαστήριο που γίνεται για την αποζημίωση και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, η ελληνική νομοθεσία (άρθρο 8 Ν.2251/1994) αντιστρέφει το τεκμήριο αθωότητας του εναγομένου υπό την έννοια ότι ο εναγόμενος ιατρός πρέπει να αποδείξει ότι ΔΕΝ είναι ένοχος (αντεστραμμένο βάρος αποδείξεως). Κατά τα λοιπά εφαρμογή έχουν οι γενικές διατάξεις περί αδικοπραξίας (άρθρο 914 επ. ΑΚ) ή και ενδοσυμβατικής ευθύνης (άρθρα 361 επ. ΑΚ).

Επίσης σε περίπτωση που ο ιατρός εργάζεται σε δημόσιο νοσοκομείο, συνήθως κινητοποιείται εναντίον του και η πειθαρχική διαδικασία, με την διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης και την ενδεχόμενη επιβολή πειθαρχικής ποινής.

Δικαστική Αντιμετώπιση – Πρακτική

Στην πράξη οι υποθέσεις που αφορούν ιατρική αμέλεια έχουν συνήθως δύο σκέλη, το ποινικό και το αστικό. Η ποινική υπόθεση συνήθως κινείται μετά από σχετική μήνυση του παθόντος και σπανιότερα αυτεπαγγέλτως, ήτοι μετά από σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Το υλικό της ποινικής δικογραφίας, που προκύπτει από την προανάκριση, περιλαμβάνει κυρίως τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις απολογίες των κατηγορουμένων, τις πραγματογνωμοσύνες και τα διάφορα ουσιώδη ιατρικά έγγραφα, εξετάσεις, γνωματεύσεις κλπ. Αφού συγκεντρωθεί αυτό το υλικό και ολοκληρωθεί η προανακριτική διαδικασία οδηγείται ο κατηγορούμενος ιατρός συνήθως δι’απευθείας κλήσεως (κλητήριο θέσπισμα) στο ακροατήριο του Μονομελούς ή Τριμελούς Πλημμελειοδικείου με την κατηγορία της σωματικής βλάβης, ή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια αντίστοιχα. Ειδικά κατά της παραπομπής του στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών. Εάν τυχόν απορριφθεί η προσφυγή του, παραπέμπεται σε δίκη. Σε περίπτωση καταδίκης του έχει το δικαίωμα της άσκησης έφεσης, και μετά το δικαίωμα της άσκησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Όλη η παραπάνω διαδικασία πρέπει να ολοκληρωθεί σε διάστημα οκτώ ετών από την ημέρα τέλεσης του αδικήματος, αλλιώς η υπόθεση παραγράφεται και τίθεται στο αρχείο.

Η αστική υπόθεση κινείται μετά από την άσκηση αγωγής από πλευράς του παθόντος εναντίον του ιατρού ή/και του νοσοκομείου ή κλινικής. Η αγωγή πρέπει να ασκηθεί στα Πολιτικά Δικαστήρια εάν πρόκειται για ιδιώτη Ιατρό και στα Διοικητικά Δικαστήρια, εάν πρόκειται για ιατρό του ΕΣΥ.
Το δικόγραφο της αγωγής, το λεγόμενο εισαγωγικό δικόγραφο (διότι με αυτό αρχίζει η αστική διαδικασία) πρέπει να είναι εμπεριστατωμένο και κυρίως ορισμένο, δηλαδή να μην δημιουργεί κενά και ασάφειες όσον αφορά τις συνθήκες της υπόθεσης, την υπαιτιότητα του εμπλεκόμενου ιατρικού προσωπικού και τον αιτιώδη σύνδεσμο (σύνδεση) ανάμεσα σε αυτή την υπαιτιότητα και στο αποτέλεσμα που προξενήθηκε. Και εδώ προβλέπεται δικαίωμα έφεσης και αναίρεσης.

Αν και ουσιαστικά το αποτέλεσμα της μίας διαδικασίας επηρεάζει την άλλη, εν τούτοις τυπικά (εκτός κάποιων εξαιρέσεων) το ένα δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την απόφαση του άλλου.

Παραδείγματος χάρη υπάρχουν περιπτώσεις που το ποινικό δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ιατρό αθώο, αλλά το αστικό τον θεώρησε υπεύθυνο και τον υποχρέωσε να καταβάλει αποζημίωση.

Και στις δύο ως άνω διαδικασίες (ποινική, αστική) ο δικηγόρος- χειριστής της υπόθεσης οφείλει να βοηθήσει κατά το μέγιστο δυνατό το Δικαστήριο στο να κατανοήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε η σωματική βλάβη ή ο θάνατος προκειμένου να καταλογιστεί ή όχι ευθύνη. Διότι δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ενώ ο Δικηγόρος μπορεί να μελετά μία υπόθεση για μήνες, ο Δικαστής είναι ξένος ως προς αυτή και πρέπει να την δικάσει (ειδικά στο ποινικό δικαστήριο) μέσα σε λίγες ώρες.

Γι’αυτό απαιτείται ενδελεχής ανάγνωση και κατανόηση της δικογραφίας, αναζήτηση νομολογίας, ακόμη και ιατρικής βιβλιογραφίας και συνεργασία με ειδικούς (ιατρούς, πραγματογνώμονες, ιατροδικαστές κλπ), ώστε να δοθεί στον Δικαστή το υλικό εύληπτο και κατανοητό

Προϋποθέσεις για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του ιατρού:

Κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 «Περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος», που διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για την διαφύλαξη της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 330 εδ. β`, 297-299, 652, 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της -κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας-υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για τη ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του.

Ευθύνη του ιατρού ως παρέχοντος υπηρεσίες:

Την ευθύνη αυτή, ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την «Προστασία των καταναλωτών», το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο «παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών του» (§ 1), ότι «ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας» (§ 2 εδ. β`), ότι «ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας» (§ 3), ότι «ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας» (§ 4 εδ. α`), ότι «για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα, στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος» (§ 4 εδ. β`) και ότι «μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα» (§ 5). Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας («διπλή λειτουργία της αμέλειας»). Έτσι, αν στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξεως, παραβιαστούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως, υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεως του, είτε ανταποδεικτικώς την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του. Η ρύθμιση αυτή για τα αποδεικτέα θέματα και την κατανομή του σχετικού βάρους απόδειξης ισχύει και επί της εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων ιατρών για την ίδια ζημία, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 και από την, αναλογικώς κατά την § 6 του ιδίου άρθρου εφαρμοζόμενη και στην ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, διάταξη του άρθρου 6 § 10 του νόμου τούτου, σε συνδυασμό με τις επίσης αναλογικώς εφαρμοζόμενες, διατάξεις των άρθρων 481 επ., 926 και 927 ΑΚ.

ΕΥΘΥΝΗ ΕΙΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ ΑΠΟ ΚΟΙΝΗ ΠΡΑΞΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ ΙΑΤΡΩΝ:

Επί της προβλεπόμενης στο άρθρο 926 εδ. α του ΑΚ περιπτώσεως ευθύνης εις ολόκληρον, ο ζημιωθείς αποδεικνύει: α) Την προς αυτόν παροχή των ιατρικών υπηρεσιών με «κοινή πράξη» περισσοτέρων ιατρών, δηλαδή με την εκ μέρους αυτών σύμπραξη ως ενιαία συλλογική τους πράξη, β) τη ζημία του και γ) τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει από κοινού παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και ποια επιμέρους πράξη ή παράλειψη του κάθε συμπράξαντος επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του έναντι του ζημιωθέντος, ο καθένας από τους συμπράξαντες ιατρούς οφείλει να αποδείξει είτε το σύννομο της δικής του επιμέρους πράξεως, είτε την έλλειψη υπαιτιότητας του, είτε ανταποδεικτικώς την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ (ατομικής) πράξεως του και της ζημίας [ΑΠ 1009/2013 ΤΝΠ-Νόμος, ΑΠ 10/2013 ΧρΙΔ 2013.415, ΑΠ 726/2012 ΕλλΔνη 53(2012). 1252, ΑΠ 154/2011 ΕλλΔνη 53(2012). 363 = ΧρΙΔ 2012. 591, ΑΠ 1227/2007 ΕλλΔνη 49(2008). 1644].

Συναίνεση ασθενούς για διενέργεια ιατρικών πράξεων:

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του α.ν. 2619/1998 σχετικά με τη σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική, επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνο εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεση του, κατόπιν σχετικής εκ των προτέρων ενημέρωσης του ως προς το σκοπό και τη φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, μπορεί δε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ανακαλέσει ελεύθερα και οποτεδήποτε τη συναίνεση του. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η διενέργεια ιατρικών πράξεων, ανεξάρτητα αν αυτές είναι απλές διαγνωστικές ή θεραπευτικές, προϋποθέτει την ελεύθερη συναίνεση του ασθενούς, που πρέπει να δίνεται εκ των προτέρων και αφού ο ασθενής έχει κατάλληλα ενημερωθεί ως προς το σκοπό και την φύση της ιατρικής πράξης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή ενδεχομένως συνεπάγεται. Η ύπαρξη δηλαδή έγκυρης συναίνεσης του ασθενούς προϋποθέτει την προηγούμενη πλήρη ενημέρωση του κατά την παραπάνω έννοια από τον ιατρό που πρόκειται να ενεργήσει την ιατρική πράξη, αλλά και από αυτόν που διέγνωσε προηγουμένως την ανάγκη διενέργειας της ιατρικής πράξης και τη συνέστησε στον ασθενή, αφού και στις δύο περιπτώσεις είναι όμοιοι οι κίνδυνοι που δημιουργούνται για τον ασθενή και οι οποίοι πρέπει να καλυφθούν με τη συναίνεση του [ΑΠ 424/2012 ΧρΙΔ 2012.587, ΕφΑΘ 5512/2003 ΕλλΔνη 45(2004). 197, Ισμ. Ανδρουλιδάκη-Δημητριάδη, Η υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς, έκδ. 1993, σ. 150 επ., Σημαντήρα, ΓενΑρχ, § 44, αριθ. 805, σ. 598].

Σχέση πρόστησης ιατρού – κλινικής:

Aπό τις παραπάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, προκύπτει ότι για να θεμελιωθεί ευθύνη από πρόστηση του επιχειρηματία κλινικής, στην οποία ο ιατρός νοσήλευσε παθόντα πελάτη του, αρκεί και η παροχή από τον επιχειρηματία γενικών μόνο οδηγιών ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας του ιατρού μέσα στην κλινική. Αρκεί δηλαδή μία χαλαρή, έστω, εξάρτηση του ιατρού από την κλινική και δεν απαιτείται η παροχή ειδικών οδηγιών προς αυτόν κάθε φορά για την άσκηση του έργου του, αφού ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του να ενεργεί όχι σύμφωνα με ενδεχόμενες οδηγίες του κλινικάρχη, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Στο πλαίσιο αυτό, η ευθύνη του επιχειρηματία της κλινικής από τη σχέση της πρόστησης με το συνεργαζόμενο με την κλινική ιατρό δημιουργείται από την αμελή συμπεριφορά του ιατρού, τόσο κατά την παροχή του ιατρικού του έργου εντός της κλινικής, όσο και εκτός αυτής, εφόσον πρόκειται για ιατρικές οδηγίες συναφείς και αμέσως συνεχόμενες με επέμβαση ή θεραπεία που προηγήθηκαν στο χώρο της κλινικής, δηλαδή η ευθύνη από την πρόστηση καλύπτει και το απόλυτα αναγκαίο στάδιο της αποθεραπείας [ΑΠ 687/2013 ΤΝΠ-Νόμος, ΑΠ 181/2011 ΧρΙΔ 2011. 664, ΑΠ 1362/2007 ΕλλΔνη 48(2007). 1351].

Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση, παρά την ανεξαρτησία του συνεργαζόμενου ιατρού σχετικά με την άσκηση των κύριων ιατρικών του καθηκόντων, υπάρχει εξάρτηση κατά την πιο πάνω έννοια και, επομένως, ευθύνη εκείνου (φυσικού ή νομικού προσώπου) που διατηρεί την ιατρική κλινική ή το νοσηλευτικό ίδρυμα, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, αφού και τότε η δραστηριότητα του ιατρού γενικά εμπίπτει στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης αυτού. Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη με το δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης του προστήσαντος, ο οποίος ευθύνεται για αλλότρια πράξη (του προστηθέντος), για το λόγο ότι ωφελείται από την δραστηριότητα εκείνου με την συνδρομή του οποίου επεκτείνει τον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, την δυνατότητα κερδών και πρέπει βέβαια ευλόγως να αυξάνει και το πεδίο των κινδύνων που του αναλογούν, επίσης δε και με τη σύγχρονη αντίληψη των συναλλαγών, οι οποίες έχουν γίνει πολύπλοκες και για την επίτευξη ενός αποτελέσματος παρεμβάλλονται όχι σπάνια πολλά, διαφόρων μάλιστα ειδικοτήτων, επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων, πρόσωπα, υπό την επήρεια των οποίων (συναλλαγών) γίνεται ορθά δεκτό ότι οι οδηγίες του προστήσαντος δεν είναι ανάγκη να φθάνουν μέχρι παροχής λεπτομερειών ιδίως σε τεχνικής φύσεως θέματα, ή ακόμη ότι δεν είναι και απαραίτητο οι οδηγίες να αφορούν τον τόπο, χρόνο ή την τεχνική άσκηση της εργασίας του προστηθέντος, αλλά αρκεί μία χαλαρή έστω εξάρτηση του ιατρού από την κλινική για να προσδώσει σε αυτήν τον χαρακτηρισμό της προστήσασας, έστω και υπό τη μορφή της ελεύθερης συνεργασίας [βλ. ΑΠ 1362/2007 ό.π., ΕφΑΘ 4964/2008 ΝοΒ 57(2009). 523, ΠΠρΑΘ 5990/2008 ΧρΙΔ 2012. 597, Κυρ. Γεωργίου, Η ευθύνη ιατρικής κλινικής ως προστήσασας από ιατρικό σφάλμα, ΝοΒ 60(2012). 838, Κατ. Φουντεδάκη, Αστική ευθύνη ιδιωτικής κλινικής, ΧρΙΔ 2010. 787].

Ποιο είναι το ορισμένο αδικοπρακτικής αγωγής από ιατρική αμέλεια:

Για το ορισμένο της σχετικής αδικοπρακτικής αγωγής από ιατρική αμέλεια, θα πρέπει να εξειδικεύεται επαρκώς η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (παράλειψη) του ιατρού από την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων αυτών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 2/2009 ΕλλΔνη 50(2009). 711 = ΝοΒ 57(2009). 937 (σε περιλ.) = ΕΠολΔ 2010.267]. Η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής και όχι της νομικής βάσης της. Ιστορική βάση της αγωγής είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης. Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι μια ορισμένη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η διευκρίνιση και συγκεκριμενοποίηση αυτής (και ως προς τον ειδικότερο βαθμό της), με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια του εναγομένου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί έτσι να μην μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σε αυτή εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής [πάγια νομολογία, βλ. ενδεικτικά, ΑΠ 1009/2013 ΤΝΠ-Νόμος, ΑΠ 1854/2011 ΕλλΔνη 53(2012). 667, ΑΠ 847/2010 ΕφΑΔ 2011.200, ΑΠ 1958/2009 ΝοΒ 58(2010). 911, ΑΠ 1404/2008 ΝοΒ 57(2009). 1131].

Ποια είναι τα δικαιώµατα ασθενών και γιατρών

Το 1997 δηµοσιεύθηκε η ίδρυση αυτοτελούς υπηρεσίας προστασίας των δικαιωµάτων των ασθενών (Νόµος 2519). Επιγραµµατικά τα δικαιώµατα αυτά είναι:
Ο ασθενής έχει το δικαίωµα να ενηµερώνεται για την κατάσταση της υγείας του.
Ο ασθενής έχει το δικαίωµα να µην υποβάλλεται σε φαρµακευτικές ή επεµβατικές πράξεις χωρίς την πλήρη ενηµέρωση και γραπτή συγκατάθεσή του.
Ο ασθενής έχει το δικαίωµα του απορρήτου του ιατρικού του φακέλου, πλην της περιπτώσεως δικαστικής συνδροµής.
Ο ασθενής έχει το δικαίωµα να µην επιφορτίζεται µε άσκοπες θεραπευτικές ή άλλες επεµβάσεις που του δηµιουργούν έξοδα και ταλαιπωρία.
Ο ασθενής έχει το δικαίωµα να υποβάλλεται στη σωστή θεραπευτική αγωγή, έστω και µε επέµβαση της δικαστικής αρχής, αν ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αποφασίσει και αν οι συγγενείς, για λόγους θρησκευτικούς, πολιτισµικούς ή άλλους, την αρνούνται.
Ο ασθενής έχει το δικαίωµα να τυγχάνει ευγενικής συµπεριφοράς από το γιατρό και το νοσηλευτικό προσωπικό.
Ο γιατρός έχει την υποχρέωση να ενηµερώσει τον ασθενή για το είδος της θεραπείας ή της επεµβάσεως.
Ο γιατρός έχει την υποχρέωση να ενηµερώσει τον ασθενή για τους κινδύνους που περικλείει η εκάστοτε ιατρική πράξη, καθώς και για τους συγκεκριµένους και αστάθµητους παράγοντες που µπορεί να υπάρξουν, όπως επίσης και για τις ενδεχόµενες επιπλοκές.
Ο γιατρός έχει την υποχρέωση, στο πλαίσιο φυσικά του εφικτού, να προσδιορίσει τα αναµενόµενα εκ της επεµβάσεως αποτελέσµατα.
Ο γιατρός δικαιούται να διακόπτει τη συνεργασία του µε τον ασθενή, αλλά µόνο στην περίπτωση που αυτός δεν κινδυνεύει άµεσα.
Ο γιατρός έχει το δικαίωµα να αρνηθεί τη συνταγογράφηση φαρµάκων άλλου γιατρού, εφόσον ο ίδιος δεν είναι πεπεισµένος για την αναγκαιότητά τους.
Ο γιατρός έχει το δικαίωµα να αρνηθεί την έκδοση ανακριβών βεβαιώσεων και πιστοποιητικών, όπως και να ενδώσει σε οποιαδήποτε παράνοµη πράξη ή απαίτηση του ασθενούς ή των οικείων του.
Ο γιατρός έχει το δικαίωµα να χρησιµοποιήσει την περίπτωση ασθενούς σε επιστηµονικές ανακοινώσεις και µελέτες, µε την προϋπόθεση της διασφάλισης του ιατρικού απορρήτου. Η παραβίασή του, όµως, θεωρείται πληµµέληµα και τιµωρείται από το νόµο µε φυλάκιση.
Ο γιατρός έχει την υποχρέωση να ενηµερώσει τον ασθενή για τις βέβαιες συνέπειες που θα υπάρξουν (π.χ. ακρωτηριασµός).
Ο γιατρός δικαιούται να αρνηθεί να αναλάβει ασθενή, αλλά και πάλι εφόσον δεν κινδυνεύει άµεσα η ζωή του.

Συμβαίνουν στη χώρα μας ιατρικά σφάλματα;

Συμβαίνουν σε αρκετό βαθμό. Υπάρχει μάλιστα χρόνο με το χρόνο μια τάση να αυξάνονται οι μηνύσεις και αγωγές κατά των γιατρών σε πανελλήνια κλίμακα.

Ποιος είναι ο ορισμός της ιατρικής ευθύνης;

Η ιατρική ευθύνη πολλές φορές είναι συνώνυμη με την ιατρική αμέλεια ή το ιατρικό σφάλμα. Σημαίνει ότι ο γιατρός πρέπει να ενεργεί πάντοτε σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, τέχνης και δεοντολογίας και να επιδεικνύει προς τον ασθενή εκείνο το ενδιαφέρον που πρέπει, εκείνο το ενδιαφέρον που αναμένει η κοινωνία και η πολιτεία να δείξει ένας μέσος εξειδικευμένος γιατρός.

Το κριτήριο αυτό είναι αντικειμενικό. Ο δικαστής δηλαδή αναμένει την επιμέλεια ενός μέσου γιατρού. Δεν περιμένει ενός καθηγητή ιατρικής αλλά ούτε και ενός αρχάριου ή ενός ειδικευόμενου, χωρίς να υπάρχει η κατάλληλη επίβλεψη. Αυτή είναι καταρχάς η έννοια της ιατρικής ευθύνης.

Πότε ευθύνεται ο ιατρός ;

Ο ιατρός ευθύνεται αν δεν τηρήσει τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης είτε από άγνοια είτε από απειρία είτε από απερισκεψία ή ανεπιτηδειότητα. Θα πρέπει όμως να τονίσουμε ότι πολλές φορές, όταν έχει υπάρξει μια επιπλοκή είναι πολύ δύσκολο να διακρίνουμε εκ του αποτελέσματος αν ο γιατρός ενήργησε lege artis, σύμφωνα δηλαδή με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης ή υπέπεσε σε σφάλμα.

Μερικές φορές η ευθύνη του γιατρού είναι προφανής, λ.χ. γιατί άφησε στο κήτος της κοιλιάς του ασθενούς μια γάζα ή ένα χειρουργικό εργαλείο. Στον κόσμο αυτό φαίνεται εξωκοσμικό, αλλά συμβαίνει αρκετές φορές είτε εξαιτίας πίεσης στα χειρουργεία ή, όσον αφορά στις γάζες, επειδή η νοσηλεύτρια που έχει την ευθύνη καταμέτρησης κάπου αφαιρέθηκε και δεν μέτρησε σωστά κατά την εξαγωγή. Οι γάζες βεβαίως παίρνουν αμέσως το χρώμα του αίματος και ο γιατρός είναι δύσκολο να τις διακρίνει.

Υπάρχουν βεβαίως και περιπτώσεις σοβαρότατων εμφραγμάτων, εγκεφαλικών επεισοδίων, σοβαρών τροχαίων, καθώς και καλπάζουσας εξέλιξης κακοηθειών ή εξαιρετικά επιθετικών λοιμώξεων, όπου οι γιατροί ελάχιστα μπορούν να παρέμβουν.

Ποια η σχέση της εσφαλμένης διάγνωσης με την αμέλεια ;

Το δικαστήριο θα εξετάσει αν ο γιατρός έκανε τις κατάλληλες διαγνωστικές ενέργειες, εξετάσεις κλινικές, εργαστηριακές, απεικονιστικές, που θα βοηθούσαν στο να θέσει μια ασφαλή διάγνωση. Αν παρόλα αυτά απέτυχε να θέσει διάγνωση όχι από δική του υπαιτιότητα, αλλά εξαιτίας του ότι η νόσος δεν είχε εμφανή συμπτώματα, αλλά «κρυβόταν καλά» ή δεν υπήρχε και επαρκής χρόνος για ασφαλή διάγνωση, τότε η πλανημένη διάγνωση δεν καταλογίζεται στο γιατρό.

Δικαιώματα του ασθενούς σε περίπτωση ιατρικού σφάλματος.

Ο ασθενής έχει δικαίωμα να υποβάλει μήνυση, προκειμένου ο γιατρός να διωχθεί ποινικά, να ασκήσει αγωγή, προκειμένου να λάβει αποζημίωση ο ασθενής ή οι οικείοι του για τη ζημιά που έχει ή που έχουν υποστεί ή την ηθική βλάβη ή την ψυχική οδύνη για θάνατο, καθώς και να προσφύγει στα αρμόδια πειθαρχικά όργανα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αν ο γιατρός ανήκει στον κλάδο γιατρών ΕΣΥ και σε κάθε περίπτωση στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του οικείου Ιατρικού Συλλόγου.

Ευθύνεται ο γιατρός για δόλο ή το ιατρικό σφάλμα είναι μόνο ζήτημα αμέλειας;

Η ιατρική ευθύνη έχει να κάνει μόνο με αμέλεια. Έτσι είτε βαριά είτε επικίνδυνη είτε θανατηφόρα σωματική βλάβη είτε και ανθρωποκτονία θα κριθούν από αμέλεια

Στο δικαστήριο ποιος πρέπει να αποδείξει ότι δεν έχει ευθύνη;

Στην ποινική δίκη πάντοτε ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου. Στην αστική δίκη, τη δίκη για αποζημίωση, κατά πάγια νομολογία των δικαστηρίων, το βάρος απόδειξης, το βάρος δηλαδή να αποδείξει το δικαστή, φέρει ο γιατρός. Η δικαιολογητική βάση έγκειται στο ότι ο ασθενής δεν γνωρίζει τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης και δεν γνωρίζει τι έγινε στο χειρουργείο. Ο γιατρός επομένως πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε κατά τον δέοντα τρόπο, ότι τήρησε τους κανόνες, και ότι η όποια βλάβη δεν οφείλεται σε δική του αμέλεια, αλλά σε ενδογενές ή τυχαίο αίτιο.

Στην πράξη βλέπουμε όμως ότι ακόμη και στις ποινικές δίκες τα δικαστήρια δυσπιστούν αρκετές φορές απέναντι στο γιατρό, θεωρώντας ότι θα έπρεπε να έχει κάνει περισσότερα, ώστε να αποφευχθεί η ζημιά του ασθενούς.