Είστε εδώ

Κυτταρολογική εξέταση ούρων και εκπλυμάτων ουροδόχου κύστης

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως στο πολύ αρχόμενο στάδιο του καρκινώματος in situ είναι ασυμπτωματικός, ενώ διαγιγνώσκεται με ασφάλεια με τις κυτταρολογικές των ούρων. Επί πλέον στα ούρα, επί αιματουρίας, είναι δυνατόν με τη μελέτη της μορφολογίας των ερυθροκυττάρων να προσδιορισθεί η προέλευσή τους, αν είναι δηλαδή σπειραματικής ή μετασπειραματικής προέλευσης.

Με την κυτταρολογική εξέταση των ούρων, εξετάζουμε κυρίως τα κύτταρα της ουροδόχο κύστης και των νεφρών για παθολογικές αλλοιώσεις.

Η κυτταρολογική ανάλυση των ούρων είναι μια εξέταση που επιτρέπει στον κυτταρολόγο να παρατηρήσει, με τη βοήθεια μικροσκοπίου, εάν υπάρχουν παθολογικά κύτταρα στα ούρα. Τα ούρα, όπως αποβάλλονται από το σώμα, παρασύρουν μαζί τους και κάποια κύτταρα του ουροποιητικού συστήματος ( νεφρά, ουρητήρες, ουροδόχο κύστη, ουρήθρα ). Στην περίπτωση όπου υπάρχει κάποιος όγκος σε κάποιο από αυτά τα όργανα, θα συμπαρασυρθούν και καρκινικά κύτταρα, τα οποία θα μπορέσει να αναγνωρίσει ο ιατρός στο δείγμα των ούρων.

Με την κυτταρολογική εξέταση ούρων ανιχνεύουμε ( α ) νεοπλάσματα της ουροδόχου κύστης και των νεφρών, ( β ) στοιχεία φλεγμονής του ουροποιητικού με χαρακτηρισμό των πυοσφαιρίων ( ουδετερόφιλα, πολυμορφοπύρηνα και ιστιοκύτταρα ), και του αντιδραστικού χαρακτήρα των επιθηλιακών κυττάρων, ( γ ) βακτήρια και άλλους μικροοργανισμούς ( τριχομονάδες κόλπου, μυκητιάσεις του Candida albicans, κυτταρικές αλλοιώσεις από τον ιό polyoma ), ( δ ) κυτταροπαθολογικές αλλοιώσεις από ιούς ( ιός του απλού έρπητα, κυτταρομεγαλοϊός ).

Συνοπτικά η κυτταρολογική εξέταση ούρων  αποτελεί παγκοσμίως την απλούστερη, ταχύτερη και ασφαλέστερη μέθοδο διάγνωσης καρκίνου του ουροποιητικού συστήματος, η οποία στα χέρια έμπειρου και εξειδικευμένου στον τομέα αυτόν κυτταρολόγου εμφανίζει μεγάλη διαγνωστική ακρίβεια .  Η εμπειρία του κυτταρολόγου στην εξέταση ούρων  είναι πολύ σημαντική. Αυξανόμενης της εμπειρίας, αυξάνεται η διαγνωστική ακρίβεια της μεθόδου. Το ιατρικό προσωπικό του Κυτταρολογικού Τμήματος του ALPHA PROLIPSIS έχει 10ετή εμπειρία τόσο στη διενέργεια  όσο στην ερμηνεία των ευρημάτων και τη διάγνωση, με μεγάλο αριθμό ανακοινώσεων σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια και δημοσιεύσεων σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά

Για την εξασφάλιση της βέλτιστης αναπαραγωγιμότητας και αξιοπιστίας, όλες οι εξετάσεις μικροσκοπούνται από τρεις διαφορετικούς ιατρούς κυτταρολόγους.  Επιπλέον για την εξασφάλιση ιχνηλασιμότητας, όλες οι απαντήσεις συνοδεύονται από εικόνες αντιπροσωπευτικών θέσεων και σχολιασμό αυτών.

Στο Εργαστήριό μας εφαρμόζεται η πλέον σύγχρονη Διαγνωστική Ταξινόμηση κυτταρολογικής ούρων σύμφωνα με το Σύστημα Paris 2015

Συμβουλές Υγείας 

Τι είναι η κυτταρολογική ούρων;

Είναι μία εξέταση που επιτρέπει στον κυτταρολόγο να δει αν υπάρχουν παθολογικά κύτταρα στα ούρα. Τα ούρα, όπως αποβάλλονται από το σώμα, συμπαρασύρουν μαζί και κάποια κύτταρα από το ουροποιητικό σύστημα (νεφρό, ουρητήρες, κύστη και ουρήθρα). Στην περίπτωση όπου υπάρχει κάποιος όγκος σε κάποιο από αυτά τα όργανα, θα συμπαρασυρθούν και καρκινικά κύτταρα, τα οποία θα μπορέσει να αναγνωρίσει ο γιατρός στο δείγμα των ούρων. Η εξέταση χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλες εξετάσεις για τη διάγνωση κυρίως του καρκίνου της ουροδόχου κύστης, αλλά μπορεί να ανιχνεύσει και τον καρκίνο άλλων οργάνων.

Πότε γίνεται η εξέταση;

Ο γιατρός θα ζητήσει την εξέταση, όταν:

Υπάρχει υποψία για καρκίνο ουροδόχου κύστης, νεφρών, ουρητήρων, ουρήθρας.
Στην παρακολούθηση ασθενών που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία για καρκίνο ουροδόχου κύστης, ώστε να ανιχνευθεί έγκαιρα τυχόν υποτροπή.
Η κυτταρολογική των ούρων μπορεί να ανιχνεύσει καλύτερα επιθετικές μορφές καρκίνου. Όταν ο καρκίνος είναι μικρός σε μέγεθος ή αναπτύσσεται αργά, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην μπορεί να ανιχνευθεί στην κυτταρολογική των ούρων.

Ποια είναι η προετοιμασία για την εξέταση;

Δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία για την εξέταση. Καλύτερο θεωρείται το δείγμα, το οποίο συλλέγεται λίγο μετά την πρώτη πρωινή ούρηση. Προμηθευτείτε ένα αποστειρωμένο ουροδοχείο από το φαρμακείο. Δεν χρειάζεται να αποστειρώσετε την περιοχή των γεννητικών οργάνων. Μετά τη συλλογή του δείγματος, θα πρέπει να το μεταφέρετε έγκαιρα στο κυτταρολογικό εργαστήριο. Σε κάποιες περιπτώσεις, ίσως σας ζητηθεί να συλλέξετε περισσότερα δείγματα σε διαφορετικές ημέρες. Σε κάποιες περιπτώσεις, το δείγμα θα παρθεί από τον γιατρό με ειδικό καθετήρα.

Ποια είναι η διαδικασία της εξέτασης;

Στο εργαστήριο, θα γίνει κατάλληλη επεξεργασία στο δείγμα, και ο κυτταρολόγος θα το εξετάσει στο μικροσκόπιο.

Ποια είναι τα αποτελέσματα της εξέτασης;

Στο Εργαστήριό μας εφαρμόζεται η πλέον σύγχρονη Διαγνωστική Ταξινόμηση κυτταρολογικής ούρων σύμφωνα με το Σύστημα Paris 2015

I. Μη διαγνωστικό ή ανεπαρκές υλικό

II. Αρνητικό για κακοήθεια
III. Μη διαγνωστική ατυπία ουροθηλιακών κυττάρων
IV. Άτυπα ουροθηλιακά κύτταρα ύποπτα για HGUC
V. Ουροθηλιακό Καρκίνωμα Χαμηλού Βαθμού Κακοήθειας (LGUC)
VI. Ουροθηλιακό Καρκίνωμα Υψηλού Βαθμού Κακοήθειας (HGUC)
VII. Άλλα κακοήθη νεοπλάσματα, Πρωτοπαθή ή Μεταστατικά

Τρόποι δειγματοληψίας

• Λήψη ούρων ελεύθερης ούρησης
Η λήψη ούρων αποτελεί μια μη επεμβατική μέθοδο η οποία δεν απαιτεί τη χρήση ιατρικών εργαλείων. Η ελάχιστη ποσότητα δείγματος που θεωρείται επαρκής κυμαίνεται μεταξύ 25 και 100 ml. Το υλικό πρέπει να συλλέγεται 3-4 ώρες μετά την τελευταία προηγούμενη ούρηση του ασθενούς. Για το λόγο αυτό, προτιμούνται τα ούρα της δεύτερης πρωινής ούρησης. Τα ούρα της πρώτης πρωινής ούρησης δεν προτιμούνται διότι η πο- λύωρη παραμονή των ούρων στην ουροδόχο κύστη προκαλεί σημαντικές εκφυλιστικές αλλοιώσεις στα ουροθηλιακά κύτταρα. Συνιστώνται 3 διαδοχικές κυτταρολογικές εξετάσεις ούρων ανά ασθενή. Τα μειονεκτήματα της μεθόδου είναι η χαμηλή κυτταροβρίθεια του δείγματος, η γρήγορη εκφύλιση των ουροθηλιακών κυττάρων καθώς και η πιθανή επιμόλυνση του δείγματος από κύτταρα του κολπικού επιθηλίου (σε γυναίκες).
• Λήψη ούρων με καθετήρα
Η λήψη ούρων με τη βοήθεια καθετήρα εξασφαλίζει την υψηλή κυτταροβρίθεια του δείγματος. Το υλικό δεν πρέπει να παραμείνει για πολλές ώρες σε θερμοκρασία δωματίου γιατί αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική εκφύλιση των ουροθηλιακών κυττάρων που περιέχει.
• Έκπλυση της ουροδόχου κύστης
Η έκπλυση της ουροδόχου κύστης πρέπει να προηγείται οποιασδήποτε βιοψίας στην περιοχή. Το κυτταρολογικό υλικό που λαμβάνεται είναι κυτταροβριθές και καλά διατηρημένο.
• Έκπλυση των ουρητήρων
Η έκπλυση των ουρητήρων επιτρέπει τη λήψη κυτταρολογικού υλικού από επιλεγ- μένη περιοχή. Αποτελεί την πιο διαδεδομένη μέθοδο λήψης κυτταρολογικού υλικού από το ανώτερο τμήμα του ουροθηλιακού συστήματος.
• Λήψη υλικού με τη βοήθεια ψήκτρας (brushing)
Η χρήση ψήκτρας μπορεί να δώσει διαγνωστικό υλικό ποιότητας ανάλογης με τις υπόλοιπες επεμβατικές ή μη μεθόδους δειγματοληψίας (ελεύθερη ούρηση, ούρα από καθετηριασμό και εκπλύσεις). Προτιμάται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η υπό διερεύνηση αλλοίωση είναι ορατή από τον ουρολόγο κατά τον καθετηριασμό. Επιτρέπει την επιλεκτική δειγματοληψία της ύποπτης περιοχής, ωστόσο αποτελεί επίσης μια επεμβατική μέθοδο.
• Λήψη δείγματος από κολόβωμα του ειλεού
Το κυτταρολογικό υλικό που λαμβάνεται από αναστομώσεις του ειλεού, σε ασθε- νείς που έχουν υποβληθεί σε χειρουργική εξαίρεση της ουροδόχου κύστης, επιτρέπει την προληπτική εξέταση ατόμων υψηλού κινδύνου για υποτροπή του ουροθηλιακού νεοπλάσματος. Ωστόσο, η κυτταροβρίθεια του δείγματος είναι πολλές φορές χαμηλή και τα κύτταρα παρουσιάζουν σημαντικές εκφυλιστικές αλλοιώσεις.
• Τα δείγματα δεν απαιτούν μονιμοποίηση, εάν πρόκειται να τύχουν επεξεργα- σίας εντός 12 ωρών από τη λήψη τους, ωστόσο καλό είναι να διατηρούνται σε ψυγείο.
• Σε περίπτωση που τα δείγματα πρόκειται να διατηρηθούν ανεπεξέργαστα για περισσότερο από 24 ώρες, συνιστάται η μονιμοποίησή τους με τη χρήση ίσης με το αρχικό δείγμα ποσότητας αιθανόλης 50-70°.
• Η επεξεργασία των δειγμάτων μπορεί να περιλαμβάνει φυγοκέντρηση, διήθηση από μεμβράνη, μεθόδους κυτταρολογίας υγρής φάσης καθώς και εγκλεισμό σε κύβους παραφίνης.

Ενδείξεις κυτταρολογικής ούρων

Οι κυριότερες ενδείξεις της κυτταρολογικής ούρων είναι:
• Η αναφερόμενη αιματουρία
Παρότι η αιματουρία αποτελεί τη συχνότερη ένδειξη διενέργειας κυτταρολογικής ούρων, ωστόσο πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι το συγκεκριμένο σύμπτωμα προκαλείται από μια κακοήθεια σε λιγότερο από το 5% των περιπτώσεων.
• Το ιστορικό ουροθηλιακών νεοπλασμάτων που αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά ή επεμβατικά
Άτομα τα οποία είχαν εμφανίσει στο παρελθόν ουροθηλιακά νεοπλάσματα θεωρείται πολύ πιθανόν να υποτροπιάσουν, για το λόγο αυτό η περιοδική κυτταρολογική ούρων θεωρείται απαραίτητη προληπτική εξέταση για την παρακολούθησή τους.
• Η ένταξη του ασθενούς σε ομάδα υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη ουροθηλιακού νεοπλάσματος
Η διενέργεια κυτταρολογικής ούρων προληπτικά στο σύνολο του πληθυσμού δεν έχει υιοθετηθεί λόγω του απαγορευτικού συγκριτικού οικονομικού κόστους της. Ωστόσο, άτομα που εκτίθενται λόγω του επαγγέλματός τους σε ουσίες οι οποίες έχουν συσχετισθεί με πρόκληση ουροθηλιακού καρκίνου (όπως οι χρωστικές ανιλίνης ή οι αρωματικές αμίνες των πετροχημικών εργοστασίων), ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου και η πε- ριοδική κυτταρολογική προληπτική εξέταση των ούρων τους θεωρείται επιβεβλημένη.

Διαγνωστικές κατηγορίες - Κλινική ερμηνεία

• Μη διαγνωστικό υλικό (ανεπαρκές ή μη ικανοποιητικό)
Το μη διαγνωστικό υλικό περιέχει πολύ λίγα ή και καθόλου καλά διατηρημένα κύτ- ταρα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να τεθεί ασφαλής κυτταρολογική διάγνωση. Στην περίπτωση αυτή συνιστάται επανάληψη της δειγματοληψίας.
• Στοιχεία κακοήθειας δεν παρατηρούνται
Μια αρνητική κυτταρολογική απάντηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι εφόσον υπάρχουν ύποπτα κλινικά ή απεικονιστικά ευρήματα δεν επιβάλλεται ο περαιτέρω έλεγχος. Η αρνητική κυτταρολογική απάντηση δεν μπορεί να αποκλείσει πλήρως τη νεοπλασματική φύση της βλάβης. Σε μια αρνητική κυτταρολογική απάντηση πρέπει, τέλος, να αναφέρονται, πέραν των κυτταρικών στοιχείων, άλλες πληροφορίες με κλινική σημασία όπως η παρουσία κρυστάλλων και κυλίνδρων.
• Φλεγμονή
Σε περίπτωση φλεγμονής, τα κύτταρα μπορεί να είναι εκφυλισμένα ή να μην είναι ευδιάκριτα. Στην περίπτωση αυτή το περιβάλλον της φλεγμονής μπορεί να υποκρύπτει μια αρχόμενη δυσπλασία ή μια νεοπλασματική εξεργασία. Καλό είναι να συστήνεται επανάληψη της κυτταρολογικής εξέτασης, μετά θεραπεία της φλεγμονής.
• Παρουσία άτυπων κυττάρων
Η διαγνωστική κατηγορία των άτυπων κυτταρολογικών ευρημάτων χρησιμοποι- είται για την περιγραφή δειγμάτων από αλλοιώσεις που παρουσιάζουν ικανή αναγεννητική ατυπία. Συνήθως πρόκειται για αλλοιώσεις οφειλόμενες σε ουρολιθίαση ή σε επίδραση χημειοθεραπείας. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται συνεκτίμηση με τα υπόλοιπα κλινικά και απεικονιστικά ευρήματα. Για πρακτικούς λόγους, καλό είναι η κατη- γορία των άτυπων κυττάρων να χρησιμοποιείται όσο το δυνατόν λιγότερο στις κυτταρολογικές απαντήσεις.
• Θετικό για κακοήθη κύτταρα
Η διαγνωστική κατηγορία των θετικών για κακοήθεια ευρημάτων πρέπει να συνο- δεύεται από προσδιορισμό της προέλευσης της νεοπλασίας (ανώτερο-κατώτερο ουροθηλιακό σύστημα ή μετάσταση).

Ακρίβεια - Αξιοπιστία κυτταρολογικής ούρων

• Η διαγνωστική ευαισθησία αυξάνει σε 80-89%, όταν στις θετικές κυτταρολογικές απαντήσεις συνυπολογιστούν και εκείνες που έθεταν υπόνοια κακοήθειας.
• Η διαγνωστική ευαισθησία αυξάνει επιπλέον όταν, αντί ενός, εξετάζονται πολλαπλά κυτταρολογικά δείγματα.
• Έχει επίσης διαπιστωθεί ότι η διαγνωστική ευαισθησία της κυτταρολογικής ούρων αυξάνει ανάλογα με τον βαθμό κακοήθειας της ουροθηλιακής εξεργασίας. Έτσι, οι όγκοι χαμηλής κακοήθειας μπορεί να μην διαγιγνώσκονται ιδιαίτερα αξιόπιστα με την κυτταρολογική ούρων, ωστόσο τα υψηλής κακοήθειας νεοπλάσματα διαγιγνώσκονται σε ποσοστό τουλάχιστον 79%.
• Παρότι τα κυτταρολογικά διαγνωστικά κριτήρια των χαμηλής κακοήθειας ουροθηλιακών νεοπλασμάτων έχουν τεθεί με ακρίβεια, η διαγνωστική ευαισθησία της κυτταρολογικής εξέτασης για αυτά τα νεοπλάσματα είναι μόλις 30% και η αντίστοιχη διαγνωστική ειδικότητα περίπου 80%.
• Τα υψηλής κακοήθειας ουροθηλιακά νεοπλάσματα μπορούν να διαγνωσθούν εύκολα σε κυτταρολογικά υλικά. Η διαγνωστική ευαισθησία της κυτταρολογικής εξέτασης είναι 79% και η διαγνωστική ειδικότητα μεγαλύτερη από 95%.
• Η διαγνωστική ευαισθησία της κυτταρολογικής ούρων μειώνεται σημαντικά σε ασθενείς με ιστορικό χημειο- ή ακτινο-θεραπείας.
• Οι ψευδώς θετικές απαντήσεις που αναφέρονται στη διεθνή βιβλιογραφία είναι από ελάχιστες (1,3-15%) έως και μηδενικές.
• Οι εκπλύσεις της ουροδόχου κύστεως παρουσιάζουν μεγαλύτερη κυτταροβρίθεια και καλύτερα διατηρημένα ουροθηλιακά κύτταρα σε σύγκριση με τα απλά ούρα. Η ευαισθησία των κυτταρολογικών εξετάσεων αυτής της κατηγορίας είναι ελαφρά υψηλότερη της κυτταρολογικής ούρων και κυμαίνεται στο 70-77%. Ωστόσο, ο συνδυασμός με την απλή κυτταρολογική ούρων θεωρείται ουσιώδης. Έχει διαπιστωθεί ότι η κυτταρολογική ούρων πριν την έκπλυση της ουροδόχου κύστης μπορεί να διαγνώσει το 7-13% των ουροθηλιακών νεοπλασμάτων που διαφεύγουν της κυτταρολογικής εξέτασης της έκπλυσης.
• Οι εκπλύσεις των ουρητήρων και της πυέλου έχουν μικρότερη διαγνωστική ευαι- σθησία, η οποία μάλιστα φτάνει μόνο το 50% για υψηλής κακοήθειας όγκους. Η πιθανότητα ψευδώς θετικών απαντήσεων είναι υψηλή λόγω της μεγάλης κυτταροβρίθειας των δειγμάτων.

Χρήσιμες πληροφορίες - Κλινικο-εργαστηριακή συσχέτιση

• Τα κυτταρολογικά υλικά προκειμένου να κριθούν επαρκή για τη στήριξη διάγνωσης, πρέπει να περιέχουν έστω και ελάχιστα ουροθηλιακά κύτταρα, να μην περιέχουν μόνο αίμα, κύτταρα από τον κόλπο ή φλεγμονώδη στοιχεία και επίσης να μην παρουσιάζουν έντονες εκφυλιστικές αλλοιώσεις.
• Τόσο οι αλλοιώσεις ακτινοθεραπείας όσο και οι αλλοιώσεις χημειοθεραπείας μπορεί να θέσουν πρόβλημα κυτταρολογικής διαφορικής διάγνωσης από ουροθηλιακό καρκίνωμα.
• Οι αλλοιώσεις ακτινοβολίας μπορεί να επιμένουν και για έτη μετά το τέλος της θεραπείας.
• Επίσης, οι αλλοιώσεις μετά από χρήση τοπικών ή συστηματικών χημειοθεραπευτικών μπορούν να επιμείνουν για αρκετό χρονικό διάστημα.
• Ασφαλές χρονικό διάστημα για την επανάληψη της κυτταρολογικής εξέτασης θεωρούνται οι 3 εβδομάδες από τη λήξη της χημειο- ή ακτινο-θεραπείας.
• Η ουρολιθίαση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ατυπία στα ουροθηλιακά κύτταρα και να θέσει πρόβλημα κυτταρολογικής διαφορικής διάγνωσης από ουροθηλιακό καρκίνωμα.
• Πολλές φορές, η απόξεση φυσιολογικών ουροθηλιακών κυττάρων σε ψευδοθηλώδεις ομάδες από τη λήψη ούρων με τη βοήθεια καθετήρα δημιουργεί κυτταρολογικό πρόβλημα διαφορικής διάγνωσης από ένα θηλώδες νεόπλασμα.
• Η ερμηνεία των κυτταρολογικών ευρημάτων από λήψη κυτταρολογικού υλικού έκπλυσης των ουρητήρων απαιτεί σημαντική εμπειρία εκ μέρους του κυτταρολόγου, δεδομένου ότι πολλές φορές τίθεται σοβαρό πρόβλημα διαφορικής διάγνωσης μεταξύ νεφρολιθίασης και ουροθηλιακού καρκινώματος.
• Η λήψη εκπλύματος και από τους δύο ουρητήρες επιτρέπει στον έμπειρο κυτταρολόγο τη σύγκριση μεταξύ καλοήθων και πιθανά κακοήθων αλλοιώσεων του ουροθηλίου.
• Επειδή η δυσπλασία συνοδεύεται σχεδόν πάντοτε από καρκίνωμα in situ, η κλινική της σημασία δεν είναι σαφής. Για το λόγο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να αποφεύγεται η αναφορά του συγκεκριμένου όρου στις κυτταρολογικές απαντήσεις.
• Οι συχνότερες αιτίες ψευδώς θετικών κυτταρολογικών είναι οι αλλοιώσεις χημειοθεραπείας, η ουρολιθίαση και η προσβολή από τον ιό Polyoma, δεδομένου ότι οι καλοήθεις αυτές αλλοιώσεις μιμούνται την κυτταρολογική εικόνα των χαμηλής κακοήθειας ουροθηλιακών νεοπλασμάτων.
• Για τα υψηλής κακοήθειας ουροθηλιακά νεοπλάσματα, η διαφορική διάγνωση πρέπει να περιλαμβάνει τις αλλοιώσεις της ουρολιθίασης, τις αλλοιώσεις πρόσφα- της χημειο- ή ακτινο-θεραπείας, την προσβολή από τον ιό Polyoma και τη μη ειδική αναγεννητική ατυπία.
• Η κυτταρολογική ούρων πρέπει να συνδυάζεται με κυστεοσκόπηση. Έτσι, τα νεοπλάσματα χαμηλής κακοήθειας που μπορεί να διαφύγουν εύκολα από την κυτταρολογική ούρων, είναι συνήθως ευδιάκριτα στην κυστεοσκόπηση και τα υψηλής κακοήθειας ουροθηλιακά νεοπλάσματα που εύκολα διαφεύγουν στον κυστεοσκο- πικό έλεγχο, μπορούν επίσης εύκολα να εντοπιστούν στην κυτταρολογική ούρων.
• Η αρνητική βιοψία της ουροδόχου κύστεως δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι η προ- ηγηθείσα κυτταρολογική εξέταση ήταν ψευδώς θετική. Πολλές φορές τυχαίνει ένα καρκίνωμα να διαφύγει της αρχικής κυστεοσκόπησης και να βρεθεί σε δεύτερο χρόνο. Επιπλέον, μπορεί τα κακοήθη κύτταρα να μην προέρχονται από την ουροδόχο κύστη αλλά από τους ουρητήρες, τα νεφρά ή τον προστάτη.
• Σε περίπτωση που η ουρήθρα έχει διατηρηθεί μετά από κυστεκτομή, είναι απαραίτητος ο περιοδικός προληπτικός κυτταρολογικός έλεγχος.
• Ο προληπτικός κυτταρολογικός έλεγχος έχει θέση σε άτομα με ιστορικό τοπικής ή συστηματικής, επεμβατικής ή συντηρητικής αντιμετώπισης ουροθηλιακού καρκινώματος.
• Το πλακώδες καρκίνωμα οφείλεται συνήθως σε σχιστοσωμίαση και είναι πολύ σπάνιο. Η κυτταρολογική εξέταση μπορεί μόνο να θέσει υπόνοια και όχι την τελική διάγνωση πλακώδους καρκινώματος.
• Το αδενοκαρκίνωμα είναι επίσης σπάνιο (αποτελούν το 2% των νεοπλασμάτων της ουροδόχου) και απαντά σε περιπτώσεις εκστροφής της ουροδόχου κύστης ή σε υπολείμματα του ουραχού. Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει το μεταστατικό αδενοκαρκίνωμα, ειδικά από το ορθό.
• Το νεφροκυτταρικό καρκίνωμα δίνει νεοπλασματικά κύτταρα στα ούρα στο 50% των ασθενών.

Κλινική χρησιμότητα

Δοκιμή για την έγκαιρη ανίχνευση και διάγνωση του καρκίνου αλλά και προκαρκινικών αλλοιώσεων (δυσπλασίας) του ουροποιητικού συστήματος. Η παρουσία εμμένουσας αιματουρίας αποτελεί ένδειξη διενέργειας κυτταρολογικής εξέτασης ούρων.

Προετοιμασία εξεταζομένου

Τα δεύτερα πρωινά ούρα συλλέγονται σε ουροσυλλέκτη, επί τρεις διαφορετικές ημέρες.
Παράδοση δειγμάτων από τον ασθενή εντός της ημέρας.

Δείγμα

Φυγοκέντρηση δειγμάτων (1.500 στροφές για 5 min).
Επίστρωση του ιζήματος σε αντικειμενοφόρες πλάκες
Μονιμοποίηση πλακιδίων με απλή λακ υψηλής περιεκτικότητας σε οινόπνευμα ή με cytofix merck
Στέγνωμα επιχρισμάτων στον αέρα για 1 ώρα
Αφυγοκέντρητα δείγματα αποστέλλονται αφού προηγουμένως εμπλουτιστούν με ισόποσο διάλυμα οινοπνεύματος 50%.

Σταθερότητα δείγματος

Δεν απαιτείται παρακολούθηση της θερμοκρασίας

Μη αποδεκτό δείγμα

1. Σπασμένα ή θρυμματισμένα πλακίδια

2. Δείγμα που δεν έχει μονιμοποιηθεί κατάλληλα

Μεταφορά δείγματος

Μετά τη μονιμοποίηση και το στέγνωμα, τα δείγματα μπορούν να συσκευαστούν χωρίς κανένα πρόβλημα. σε θερμοκρασία 8-25°C

Μέθοδος

Ποιοτική Δοκιμή. Διαγνωστική Ταξινόμηση (αρνητικό για κακοήθεια, παρουσία κυτταρικής ατυπίας, ύποπτο για κακοήθεια και θετικό για κακοήθεια)

Παρατηρήσεις

Για την εξασφάλιση της βέλτιστης αναπαραγωγιμότητας και αξιοπιστίας, όλες οι εξετάσεις μικροσκοπούνται από δύο διαφορετικούς ιατρούς κυτταρολόγους. Επιπλέον για την εξασφάλιση ιχνηλασιμότητας, όλες οι παθολογικές απαντήσεις συνοδεύονται από εικόνες αντιπροσωπευτικών θέσεων και σχολιασμό αυτών.

Μία αρνητική εξέταση δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα ύπαρξης καρκίνου στο ουροποιητικό σύστημα. Αν ο γιατρός έχει ενδείξεις, θα σας συστήσει να υποβληθείτε σε επιπλέον εξετάσεις, όπως αξονική τομογραφία, κυστεοσκόπηση κ.ά..

Η κυτταρολογική των ούρων μπορεί να ανιχνεύσει καλύτερα επιθετικές μορφές καρκίνου. Όταν ο καρκίνος είναι μικρός σε μέγεθος ή αναπτύσσεται αργά, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην μπορεί να ανιχνευθεί στην κυτταρολογική των ούρων.

Εκτέλεση

Αποτέλεσμα εντός 48 ωρών. Ηλεκτρονική αποστολή απαντήσεων στην ηλεκτρονική διεύθυνση που θα μας υποδείξετε.

Γιατί να επιλέξει κάποιος το κέντρο μας για να κάνει κυτταρολογική ούρων;

Δημιουργήσαμε ένα χώρο με άμεση πρόσβαση (δίπλα στο σταθμό ΜΕΤΡΟ Κατεχάκη) με πολύ μεράκι και αγάπη, με σκοπό να δώσουμε στους ασθενείς και ιατρούς τη δυνατότητα να μας γνωρίσουν και να κάνουν στο κέντρο μας αυτή την τόσο σημαντική ιατρική εξέταση.Εμείς κάνουμε ταυτόχρονα και την επεξεργασία και τη διάγνωση των κυτταρολογικών εξετάσεων .

Πέραν όμως του πολύ χαμηλού οικονομικού κόστους, οι υπηρεσίες μας είναι πολύ υψηλής ποιότητας και για το λόγο αυτό είμαστε ένα από τα ελάχιστα κυτταρολογικά εργαστήρια στην Ελλάδα που έχουν διαπιστευθεί κατά ELOT EN ISO 15189. Η πιστοποίησή μας αυτή δεν είναι κενό γράμμα, αλλά αντανακλά την συνολική προσπάθειά μας να παρέχουμε αξιόπιστες, διεθνώς αναγνωρισμένες ιατρικές υπηρεσίες, εφαρμόζοντας ένα Σύστημα Ολικής Διαχείρισης Ποιότητας και δίνοντας σημασία σε όλες αυτές τις λεπτομέρειες που μας φέρνουν πιο κοντά στα σύγχρονα Ευρωπαϊκά Πρότυπα. Επιγραμματικά και μόνο θα αναφερθώ σε μερικά από τα χαρακτηριστικά που μας κάνουν να ξεχωρίζουμε:

Άνετοι και λειτουργικοί χώροι δειγματοληψίας
Μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας (δύο μηχανήματα κυτταρολογίας υγρής φάσης, σύστημα αυτόματης χρώσης, κυτταροφυγόκεντροι, μικροσκόπια με καμέρα)
Άριστα εκπαιδευμένο προσωπικό
Οι 4 ιατροί κυτταρολόγοι του κέντρου μας είναι καταξιωμένοι επιστήμονες διεθνούς εμβέλειας, με πλούσιο επιστημονικό έργο
Τηρούμε πλήρες αρχείο πλακιδίων και παραπεμπτικών σε βάθος 10ετίας
Εφαρμόζουμε μέτρα εσωτερικού ελέγχου ποιότητας
Συμμετέχουμε σε προγράμματα εξωτερικού ελέγχου ποιότητας
Κάθε εξέταση μικροσκοπείται από 2 τουλάχιστον κυτταρολόγους
Έκδοση απάντησης εντός 24 ωρών
Απάντηση με εικόνες από αντιπροσωπευτικές θέσεις
Σχολιασμός εικόνων από ειδικό κυτταρολόγο
Δωρεάν παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, εαν χρειαστεί από τον Επιστημονικό διευθυντή και τους γιατρούς μας