Είστε εδώ

Κυτταρολογική εξέταση πτυέλων και βρογχοσκοπικού υλικού

Η κυτταρολογική εξέταση δειγμάτων που προέρχονται από το αναπνευστικό σύστημα αποτελεί συχνά την πρώτη διαγνωστική προσέγγιση σε ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα από το αναπνευστικό δέντρο.

Η διάγνωση μιας νεοπλασματικής εξεργασίας του αναπνευστικού συστήματος μπορεί συχνά να τεθεί με μια απλή κυτταρολογική εξέταση των αποφολιδούμενων κυττάρων. Επιπλέον η παρακέντηση του πνεύμονα αποτελεί μια εναλλακτική διαγνωστική μέθοδο που μπορεί συχνά να υποκαταστήσει την ανοιχτή ή τη διαβρογχική βιοψία.  Η ραγδαία εξέλιξη των απεικονιστικών μεθόδων επέτρεψε την ακριβή απεικόνιση και την παρακέντηση δια λεπτής βελόνης ακόμα και μικρού μεγέθους αλλοιώσεων. Τέλος, η τεχνολογική εξέλιξη των βρογχοσκοπίων διευκόλυνε την  διαβρογχική παρακέντηση ύποπτων πνευμονικών αλλοιώσεων.

Η αξία της κυτταρολογίας δεν περιορίζεται στη διάγνωση νεοπλασματικών εξεργασιών αλλά επεκτείνεται στη διάγνωση λοιμώξεων και φλεγμονώδων νόσων.

Τα πτύελα, οι βρογχικές εκπλύσεις και η βρογχική ψήκτρα χρησιμεύουν στη διάγνωση καρκίνου του πνεύμονα ενώ η βογχιολοκυψελιδική έκπλυση (bronchioloalveolar lavage) χρησιμεύει στη διάγνωση διαμέσων παθήσεων του πνεύμονα. Οι κυτταρολογικές πτυέλων σε συνδυασμό με την ακτινογραφία θώρακος σε καπνιστές μπορούν να συμβάλουν στην έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονος. Σε ποσοστό 80%, ανάλογα με την εντόπιση του όγκου και άλλους παράγοντες, οι κυτταρολογικές πτυέλων μπορούν να διαγνώσουν τον καρκίνο του πνεύμονα. Το πλεονέκτημα της κυτταρολογικής είναι η ικανότητά της να ανιχνεύει καρκινικά κύτταρα, πριν ακόμη ο όγκος γίνει ορατός στην ακτινογραφία ή την βρογχοσκόπηση.

Συνοπτικά η κυτταρολογική εξέταση πτυέλων, brushing, washing, βρογχικών εκκρίσεων, βρογχιοκυψελιδικών εκπλυμάτων και ΤΒΝΑ αποτελεί παγκοσμίως την απλούστερη, ταχύτερη και ασφαλέστερη μέθοδο διάγνωσης καρκίνου του αναπνευτικού συστήματος, η οποία στα χέρια έμπειρου και εξειδικευμένου στον τομέα αυτόν κυτταρολόγου εμφανίζει μεγάλη διαγνωστική ακρίβεια .  Η εμπειρία του κυτταρολόγου στην εξέταση πτυέλων, brushing, washing, βρογχικών εκκρίσεων, βρογχιοκυψελιδικών εκπλυμάτων και ΤΒΝΑ είναι πολύ σημαντική. Αυξανόμενης της εμπειρίας, αυξάνεται η διαγνωστική ακρίβεια της μεθόδου. Το ιατρικό προσωπικό του Κυτταρολογικού Τμήματος του ALPHA PROLIPSIS έχει 10ετή εμπειρία τόσο στη διενέργεια  όσο στην ερμηνεία των ευρημάτων και τη διάγνωση, με μεγάλο αριθμό ανακοινώσεων σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια και δημοσιεύσεων σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά

Για την εξασφάλιση της βέλτιστης αναπαραγωγιμότητας και αξιοπιστίας, όλες οι εξετάσεις μικροσκοπούνται από τρεις διαφορετικούς ιατρούς κυτταρολόγους.  Επιπλέον για την εξασφάλιση ιχνηλασιμότητας, όλες οι απαντήσεις συνοδεύονται από εικόνες αντιπροσωπευτικών θέσεων και σχολιασμό αυτών.

Συμβουλές Υγείας 

Ποιοι είναι οι πιθανοί τρόποι δειγματοληψίας;

Λήψη κυτταρολογικού υλικού από τη μύτη μπορεί ναγίνει με ένα βρεγμένο βαμβάκι ή με ένα βουρτσάκι
FNA υποβλεννογόνιου όγκου της ρινικής κοιλότητας, συνιστάται σε περίπτωση που ο όγκος δεν έχει εξελκώσει το ρινικό βλεννογόνο (π.χ. λέμφωμα).
Κυτταρολογική εξέταση πτυέλων
από βαθειά απόχρεμψη
πρόκληση απόχρεμψης
μεταβρογχοσκοπικά πτύελα
Όσον αφορά τα πτύελα μετά από βαθειά απόχρεμψη συνήθως προτιμώνται τα πρωϊνά πτύελα και το δείγμα τοποθετείται σε δοχείο που περιέχει :

Μονιμοποιητικό διάλυμα 50% αιθανόληςείτε
Ειδικό διάλυμα που παρέχεται από το εργαστήριο για την εφαρμογή μεθόδων κυτταρολογίας υγρής φάσης
Κυτταρολογική εξέταση υλικών βρογχοσκόπησης
Αναρρόφήση βρογχικών εκκρίσεων
Με χρήση ψήκτρας (brushing)
Εκπλυση βρόγχων (lavage)
Βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα (BAL- Broncho Alveoar La vage)
Διαβρογχική παρακέντηση δια λεπτής βελόνης (T.B.N.A)
Η τεχνική της έκπλυσης του βρογχικού δέντρου εφαρμόζεται από τον πνευμονολόγο με τη χρήση 3-10 ml φυσιολογικού ορού. Το δείγμα τοποθετείται σε δοχείο που περιέχει μονιμοποιητικό διάλυμα 50% αιθανόλης είτε σε ειδικό διάλυμα που παρέχεται από το εργαστήριο για την εφαρμογή μεθόδων κυτταρολογίας υγρής φάσης.

Διαθωρακική παρακέντηση δια λεπτής βελόνης
Εάν είναι δυνατόν, η αξιολόγηση του υλικού παρακέντησης δια λεπτής βελόνης πρέπει να γίνεται επιτόπου από κάποιο κυτταρολόγο, προκειμένου να αξιολογηθεί η επάρκεια του (σε ξηρά επίχρίσματα για χρωση Giemsa / μονιμοποιημένα επίχρίσματα σε αλκοόλη 96ο ή με σπρέϊ για χρώση κατά Παπανικολάου) αλλά και η ανάγκη διατήρησης ενός μέρους του υλικού για ειδικές χρώσεις.

Συνήθως ο κλινικός ιατρός καλείται να επιλέξει μεταξύ κυτταρολογικής εξέτασης (FNA) και ιστολογικής εξέτασης (λήψη μικροβιοψίας- Core Needle Biopsy- CNB). Σε σύγκριση με την FNA, η CNB θέτει τη διάγνωση σε μεγαλύτερο συγκριτικά ποσοστό περιπτώσεων, ωστόσο παρουσιάζει υψηλότερη αρνητική προγνωστική αξία. Έχει εκτιμηθεί ότι ο συνδυασμός FNA και CNB μπορεί να αποδώσει συγκριτικά καλύτερα διαγνωστικά αποτελέσματα (ιδίως σε περιπτώσεις καλοήθων αλλοιώσεων), το δε αθροιστικό κόστος και των δύο μεθόδων είναι σημαντικά μικρότερο από αυτό μιας ανοιχτής χειρουργικής βιοψίας. Η CNB συστήνεται σε περιπτώσεις που η κυτταρολογική διάγνωση δεν είναι σαφής και απαιτείται περισσότερο λεπτομερής τυποποίηση της υπό διερεύνηση αλλοίωσης.

Ποιες είναι οι ενδείξεις διενέργειας των συγκεκριμένων κυτταρολογικών εξετάσεων ;

Η λήψη κυτταρολογικού υλικού με χρήση ψήκτρας επιτρέπει την κυτταρολογική εξέτασηύποπτων εστιών του βρογχικού δέντρου, πάντα βέβαια με τη χρήση βρογχοσκοπίου.
Η λήψη βρογχοκυψελιδικών εκπλυμάτων (BAL) βοηθά στη διάγνωση ευκαιριακών λοιμώξεων (CMV, ασπεργίλωση, P. Carinii) ή διάμεσων πνευμονοπαθειών. Ειδικά για τις τελευταίες, η διαγνωστική της ακρίβεια κυμαίνεται από 35 έως 70%.
Η διαβρογχική παρακέντηση δια λεπτής βελόνης χρησιμοποιείται για την κυτταρολογική διάγνωση πρωτοπαθών πνευμονικών αλλοιώσεων, οι οποίες εντοπίζονται κάτω από την επιφάνεια του αναπνευστικού επιθηλίου καθώς επίσης και για τη σταδιοποίηση του καρκίνου του πνεύμονα, σε ασθενείς με λεμφαδενοπάθεια του μεσοθωρακίου. Με τον τρόπο αυτό, μειώνεται η ανάγκη χειρουργικής επέμβασης κατά 20% περίπου, ενώ το οικονομικό κόστος των ανοιχτών μεσοθωρακοσκοπήσεων περιορίζεται κατά 66%.
Η διαθωρακική παρακέντηση δια λεπτής βελόνης χρησιμοποιείται για την κυτταρολογική διάγνωση μιας ακτινολογικά εντοπισμένης πνευμονικής μάζας. Η μέθοδος έχει περιορίσει το ποσοστό των άσκοπων χειρουργικών επεμβάσεων σε ασθενείς που ελέγχονται για πιθανό καρκίνο του πνεύμονα, κατά 50 % τουλάχιστον.

Ποιες είναι οι πιθανές επιπλοκές των συγκεκριμένων κυτταρολογικών εξετάσεων ;

Η ευρεία διάδοση των βρογχοσκοπίων έχουν καταστήσει εφικτή τη λήψη κυτταρολογικού υλικού από οποιοδήποτε σημείο του αναπνευστικού συστήματος. Οι πιθανές επιπλοκές είναιπρόκληση βρογχόσπασμου ή λαρυγγόσπασμου, καρδιακές αρρυθμίες, υποξία και σήψη, η πιθανότητα όμως να εμφανιστούν δεν υπερβαίνει το 0,8%. Η πιθανότητα εμφάνισης μείζονων επιπλοκών αυξάνει στο 6,8% στην περίπτωση λήψης διαβρογχικής βιοψίας.
Σπάνια αναφέρονται επιπλοκές στη διαβρογχική παρακέντηση δια λεπτής βελόνης, όπως ενδοβρογχική αιμορραγία.
Η πιο συχνή επιπλοκή της διαθωρακικής παρακέντησης δια λεπτής βελόνης είναι η πρόκληση πνευμοθώρακα, ο οποίος μπορεί μεν να παρατηρείται στο 21-34% των ασθενών, ωστόσο απαιτεί τη χρήση παροχέτευσης μόνο στο 10% των περιπτώσεων. Η πιθανότητα πρόκλησης πνευμοθώρακα αυξάνει ανάλογα με τον αριθμό των περασμάτων της βελόνης και μειώνεται όσο μικρότερη είναι η διαδρομή της βελόνης και όσο λιγότερο αεριζόμενη είναι η περιοχή του πνεύμονα από την οποία πρέπει να διέλθει.
Παροδική αιμόπτυση μπορεί να παρουσιαστεί στο 5-10 % των περιπτώσεων. Άλλες επιπλοκές που μπορεί να παρατηρηθούν σπάνια είναι ο αιμοθώρακας, το αιμοπερικάρδιο, η πνευμονική εμβολή, η καρκινική διασπορά ή ακόμη και ο θάνατος.

Ποιες οι διαγνωστικές κατηγορίες και ποια η ερμηνεία τους;

Μη διαγνωστικό υλικό (ανεπαρκές ή μη ικανοποιητικό)
Το μη διαγνωστικό υλικό είτε δεν περιέχει κυτταρικά στοιχεία από το κατώτερο αναπνευστικό σύστημα (όπως κυψελιδικά μακροφάγα, κροσσωτά κυλινδρικά κύτταρα ή καλυκοειδή κύτταρα του βρογχικού επιθηλίου), είτε περιέχει πολύ λίγα ή και καθόλου καλά διατηρημένα κύτταρα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να τεθεί ασφαλής κυτταρολογική διάγνωση.

Στοιχεία κακοήθειας δεν παρατηρούνται
Η αρνητική κυτταρολογική διάγνωση είναι περισσότερο αξιόπιστη όταν συνοδεύεται από συγκεκριμένη διάγνωση, όπως για παράδειγμα «κοκκιωματώδης φλεγμονή». Ο κλινικός ιατρός πρέπει να συσχετίζει τα κυτταρολογικά ευρήματα με τα αντίστοιχα ευρήματα του απεικονιστικού ελέγχου και της κλινικής εξέτασης. Εξάλλου, μια αρνητική κυτταρολογική απάντηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η υπό εξέταση εξεργασία είναι καλοήθης ή ότι εφόσον υπάρχουν ύποπτα κλινικά ή απεικονιστικά ευρήματα δεν επιβάλλεται η λήψη βιοψίας για τον αποκλεισμό τυχόν κακοήθειας.

Φλεγμονή - Μη νεοπλασματικές βλάβες
Στις μη νεοπλασματικές βλάβες εντάσσονται υπερπλαστικές ή μεταπλαστικές αλλοιώσεις (π.χ. αμιάντωση, πνευμονοκονιώσεις, αλλοιώσεις ακτινο- και χημειο- θεραπείας). Στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται λήψη λεπτομερούς ιστορικού και συνεκτίμηση με τα υπόλοιπα κλινικά, απεικονιστικά και εργαστηριακά ευρήματα.

Παρουσία κυττάρων άτυπων ή ύποπτων για κακοήθεια
Η διαγνωστική κατηγορία κυτταρολογικών ευρημάτων που εγείρουν υπόνοια κακοήθειας χρησιμοποιείται για την περιγραφή δειγμάτων από αλλοιώσεις που είναι μάλλον κακοήθεις, ωστόσο τα άτυπα κύτταρα είναι πολύ λίγα , κακοδιατηρημένα ή δυσδιάκριτα λόγω έντονης φλεγμονής ή νέκρωσης του υποστρώματος, με αποτέλεσμα η ασφαλής διάγνωση κακοήθειας να τίθεται εν αμφιβόλω. Έχει διαπιστωθεί ότι το 40% των δειγμάτων που χαρακτηρίζονται ότι περιέχουν άτυπα κύτταρα και το 70% των δειγμάτων που τυποποιούνται ως ύποπτα για κακοήθεια, αντιστοιχούν σε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει όντως κακοήθεια, η οποία θα επιβεβαιωθεί στη συνέχεια. Ο ιστολογικός έλεγχος της υπό ύποπτης εξεργασίας είναι απαραίτητος.

Θετικό για κακοήθη κύτταρα
Η διαγνωστική κατηγορία των θετικών για κακοήθεια ευρημάτων πρέπει να συνοδεύεται από προσδιορισμό επιθηλιακής ή μη προέλευσης της νεοπλασίας. Σε περίπτωση επιθηλιακής προέλευσης, το νεόπλασμα πρέπει να διακρίνεται σε μικροκυτταρικό, μη μικροκυτταρικό ή μεταστατικό.

Ποια είναι η ακρίβεια- αξιοπιστία των συγκεκριμένων κυτταρολογικών εξετάσεων ;

Η πιο συχνή αιτία ψευδώς αρνητικών απαντήσεων είναι ένα πιθανό σφάλμα κατά τηδειγματοληψία.
Η διαγνωστική ευαισθησία της κυτταρολογικής πτυέλων αυξάνει σταδιακά από 42% για ένα δείγμα σε 91% για 3 δείγματα.
Η ειδικότητα της κυτταρολογικής πτυέλων ανέρχεται σε 96-99%, ενώ η θετική και η αρνητική προγνωστική αξία υπολογίζονται σε 100% και σε 15 αντίστοιχα.
Η ευαισθησία της κυτταρολογικής πτυέλων εξαρτάται από την εντόπιση της κακοήθειας και εκτιμάται σε 77% για όγκους κεντρικής εντόπισης στον πνεύμονα και 47% για όγκους περιφερικής εντόπισης στον πνεύμονα.
Η ευαισθησία της διάγνωσης δεν επηρεάζεται από το στάδιο και τον ιστολογικό τύπο του όγκου. Η ακρίβεια στην ταξινόμηση της κακοήθειας αγγίζει το 75-80% και εξαρτάται από το είδος του νεοπλάσματος.
Η συμφωνία μεταξύ κυτταρολογικών και ιστολογικών ευρημάτων παρατηρείται στο 75% του συνόλου των περιπτώσεων
Η κυτταρολογική εξέταση υλικού από τους βρόγχους έχει αξιοπιστία συγκρίσιμη με εκείνη της διαβρογχικής βιοψίας
Σε μια έρευνα κατά την οποία συγκρίθηκε η διαγνωστική ακρίβεια της διαβρογχικής βιοψίας σε σχέση με εκείνη της κυτταρολογικής υλικού που λήφθηκε από τους βρόγχους με τη βοήθεια ψήκτρας και στη συνέχεια εγκλείσθηκε σε κύβους παραφίνης, παρατηρήθηκε ότι η κυτταρολογική μέθοδος είχε καλύτερα αποτελέσματα για το λόγο ότι σε πολλές περιπτώσεις υπήρχε αντένδειξη πραγματοποίησης διαβρογχικής βιοψίας.
Όταν χρησιμοποιούνται πολλές κυτταρολογικές μέθοδοι παράλληλα, τότε η διαγνωστική ακρίβεια βελτιώνεται σημαντικά.
Η ευαισθησία του ΒΑL είναι υψηλότερη στη διάγνωση του βρογχοκυψελιδικού καρκινώματος. Επίσης το BAL χρησιμοποιείται στη διάγνωση ευκαιριακών λοιμώξεων με ευαισθησία 82% και ειδικότητα 53%.
Σε ασθενείς που πάσχουν από AIDS, το BAL διαθέτει διαγνωστική ευαισθησία στηνεξακρίβωση ευκαιριακών λοιμώξεων 86%, όσο δηλαδή και η διαβρογχική βιοψία. Επιπλέον η ευαισθησία αυξάνει σε 98% όταν το BAL συνδυαστεί με ιστολογική εξέταση
Η διαγνωστική ευαισθησία της διαβρογχικής παρακέντησης δια λεπτής βελόνης αυξάνει από 56% σε 72% , όταν συνδυαστεί με άλλες βρογχοσκοπικές μεθόδους, όπως το βρογχικό έκπλυμα, τη λήψη βρογχικού υλικού με τη βοήθεια ψήκτρας και τη διαβρογχική βιοψία.
Η ειδικότητα της διαβρογχικής παρακέντησης δια λεπτής βελόνης υπολογίζεται σε 74%, η θετική προγνωστική αξία σε 100% και η αρνητική προγνωστική αξία σε 53-70%. Η αρνητική προγνωστική αξία της σταδιοποίησης του βρογχογενούς καρκινώματος αυξάνει από 36% σε 78% όταν δε ληφθούν υπόψη τα υλικά που κρίνονται μη διαγνωστικά λόγω απουσίας ικανού αριθμού λεμφοκυττάρων
Η διαθωρακική παρακέντηση δια λεπτής βελόνης θεωρείται μια εξαιρετικά αξιόπιστη μέθοδος διάγνωσης πνευμονικών νεοπλασμάτων. Η διαγνωστική της ευαισθησία υπολογίζεται σε 89%, η ειδικότητα σε 96%, η θετική προγνωστική αξία σε 98%, η αρνητική προγνωστική αξία σε 70%, το ποσοστό ψευδώς θετικών απαντήσεων σε 0,85% και το ποσοστό ψευδώς αρνητικών απαντήσεων σε 8%. Υπολογίζεται ότι το 15% των ψευδώς θετικών και το 5% των ψευδώς αρνητικών απαντήσεων επηρεάζουν σημαντικά την κλινική εξέλιξη του ασθενούς. Η λήψη βιοψίας κατά την παρακέντηση δε φαίνεται να διαθέτει μεγαλύτερη διαγνωστική ακρίβεια από την κυτταρολογική εξέταση.
Τέλος η ικανότητα διάκρισης μεταξύ μικροκυτταρικού και μη μικροκυτταρικού καρκινώματος από έναν έμπειρο κυτταρολόγο υπολογίζεται ότι υπερβαίνει το 95%.

χρήσιμες πληροφορίες - κλινικο εργαστηριακη συσχετιση

Σε περίπτωση λοίμωξης, η κυτταρολογική εξέταση μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προσφέρει την ακριβή διάγνωση. Στα κυτταρολογικά υλικά μπορούν να αναγνωριστούν μικρόβια όπως ο ακτινομήκυτας, η Legionella, το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης, η νοκάρδια, ο κρυπτόκοκκος, το ιστόπλασμα, ο βλαστομήκυτας, ο κοκκιοειδομήκυτας, ο παρακοκκιοειδομήκυτας, η σπορότριχα, ο ασπέργιλλος, ο φυκομύκης και η κάντιντα.
Ο κοκκιοειδομήκυτας προκαλεί το σχηματισμό μάζας στον πνεύμονα στο 2% των περιπτώσεων. Στην περίπτωση αυτή προτιμάται η διαθωρακική παρακέντηση δεδομένου ότι το BAL και τα βρογχικά εκπλύματα έχουν διαγνωστική ευαισθησία μικρότερη από 50%. Η αναγνώριση του μικροοργανισμού με εγκλεισμό κυτταρολογικής πτυέλων σε κύβο παραφίνης, έχει διαγνωστική ευαισθησία 50-90%.
Η πνευμονία από πνευμονοκύστη Carinii που απαντά συχνά σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς μπορεί να διαγνωσθεί εξίσου ικανοποιητικά τόσο με BAL όσο και με διαβρογχική βιοψία. Επίσης μπορεί να διαγνωσθεί σε βρογχικά εκπλύματα.
Η κυτταρολογική πτυέλων μπορεί να περιέχει σκώληκες σε περίπτωση ρήξης μιας εχινοκόκκου κύστεως στους πνεύμονες. Ωστόσο η παρακέντηση της ίδιας της κύστεως πρέπει να αποφεύγεται, λόγω πιθανής πρόκλησης αναφυλακτικής καταπληξίας.
Η σαρκοείδωση και η κοκιωμάτωση Wegener αποτελούν κοκκιωματώδεις νόσους, για τις οποίες η κυτταρολογική εξέταση μπορεί να θέσει υπόνοια. Περαιτέρω ορολογικές εξετάσεις μπορούν να τεκμηριώσουν τη διάγνωση.
Η διάγνωση της πνευμονικής αμυλοείδωσης μπορεί να τεθεί κυτταρολογικά μετά από ειδικές χρώσεις (Congo red) στο υλικό της πνευμονικής παρακέντησης.
Το πνευμονικό αμάρτωμα απαντά ως ασυμπτωματική, μονήρης, στρογγυλή πνευμονική μάζα, κυρίως σεηλικιωμένους ασθενείς. Η διαθωρακική παρακέντηση δια λεπτής βελόνης διαθέτει διαγνωστική ευαισθησία 78% και ειδικότητα 100% στη διάγνωση αυτής της οντότητας.
Ο ενδοβρογχικός κοκκιοκυταρικός όγκος σπάνια διαγιγνώσκεται κυταρολογικά λόγω της ομοιότητας των παθογνωμονικών κυττάρων του με φυσιολογικά μακροφάγα.
Η παρουσία κατά τον απεικονιστικό έλεγχο μιας κοιλωτικής εξεργασίας στον πνεύμονα μπορεί να οφείλεται σε φυματίωση,απόστημα πνεύμονα, ασπεργίλλωση και σε κερατινοποιούμενο πλακώδες καρκίνωμα. Η κυτταρολογική εξέταση μπορει να δώσει την λύση.
Η αναγνώριση δυσπλασίας σε κυτταρολογικό υλικό ακολουθείται από ανάπτυξηκακοήθειας στο 40% των ασθενών.
Η δοκιμαστική προσπάθεια προληπτικού κυτταρολογικού ελέγχου πληθυσμών υψηλού κινδύνου για ναάπτυξη καρκίνου του πνεύμονα δεν απέδωσε αρχικά ουσιαστικά αποτελέσματα. Ωστόσο δεν αποκλείεται η ευρύτερη χρήση προληπτικών κυτταρολογικών εξετάσεων σε άτομα υψηλού κινδύνου να αποδώσει σε βάθος χρόνου. Τέτοια άτομα υψηλού κινδύνου μπορεί να θεωρηθούν οι καπνιστές, όσοι εκτίθενται λόγω του επαγγέλματός τους στον αμίαντο καθώς και όσοι παρουσιάζουν ακτινολογικά ευρήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η κυτταρολογική εξέταση μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στην εντόπιση της πρωτοπαθούς εστίας, βασιζόμενη στην ιδιαίτερη μορφολογία και τις ανοσοκυτταροχημικές ιδιότητες των νεοπλασματικών κυττάρων. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η λήψη επαρκούς υλικού για τη διενέργεια όλων των απαραίτητων κυτταρολογικών εξετάσεων.
Ο κύριος ρόλος της Κυτταρολογίας είναι να διαγνώσει αν ο υπό εξέταση όγκος αντιστοιχεί σε μικροκυτταρικό ή μη μικροκυτταρικό καρκίνωμα.Η ικανότητα διάκρισης με κυτταρολογικά κριτήρια είναι ικανοποιητική.
Με τη βοήθεια ειδικών ανοσοκυτταροχημικών χρώσεων, είναι δυνατή η κυτταρολογική διάκριση ανάμεσα σε ένα πρωτοπαθή και ένα μεταστατικό όγκο.
Τα πλακώδη καρκινώματα, λόγω της κεντρικής του εντόπισης, είναι εύκολα προσβάσιμα στη βρογχοσκόπηση και μπορούν συνήθως να διαγνωστούν με εξέταση υλικού ψήκτρας ή βρογχικού εκπλύματος.
Ψευδώς αρνητικές απαντήσεις σε περιπτώσεις πλακώδους καρκινώματος οφείλονται σε λήψη μόνο νεκρωτικού ή φλέγμονώδους υλικού από την περιοχή της βλάβης.
Σε περίπτωση που υπάρχει γνωστό ιστορικό νεοπλασίας, καλό είναι να αναφέρεται γιατίη διάκριση μεταξύ αδενοκαρκινώματος πνεύμονος και μεταστατικού αδενοκαρκινώματοςμε αμιγώς κυτταρομορφολογικά κριτήρια δεν είναι εφικτή.
Το αδιαφοροποίητο καρκίνωμα από μεγάλα κύτταρα αποτελεί μια κυτταρολογική διάγνωση εξ’ αποκλεισμού. Στο 80% των περιπτώσεων εμφανίζει επιμέρους χαρακτηριστικά αδενοκαρκινώματος. Η κυτταρολογική διάγνωση είναι ευχερής και ψευδώς θετικές απαντήσεις δίνονται πολύ σπάνια.Η κυτταρολογική διάκριση του γιγαντοκυτταρικού καρκινώματος, μιας υποκατηγορίας του καρκινώματος από μεγάλα κύτταρα, έχει σημασία δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος όγκος έχει πολύ επιθετική κλινική συμπεριφορά.
Επειδή τα πνευμονικά νευροενδοκρινή νεοπλάσματα έχουν έχουν υποβλεννογόνια εντόπιση, πολλές φορές η κυτταρολογική πτυέλων είναι αρνητική.
Το αδενοκυστικό καρκίνωμαμπορεί να διαγνωσθεί εύκολα με κυτταρολογικό υλικό που λαμβάνεται από τους βρόγχους με τη βοήθεια ψήκτρας ή με τη διενέργεια διαβρογχικής παρακέντησης δια λεπτής βελόνης.
Η κυτταρολογική εξέταση παρακεντημάτων δια λεπτής βελόνης μπορεί να διακρίνει με ασφάλεια ένα σάρκωμα από ένα καρκίνωμα .
Περίπου το 10% των διάχυτων πνευμονικών διηθήσεων στον πνεύμονα ασθενών που πάσχουν από λευχαιμία, οφείλονται σε προσβολή του πνεύμονα από τη γνωστή νόσο. Η λήψη κυτταρολογικού υλικού με τη μορφή BAL μπορεί να θέσει εύκολα τη διάγνωση, ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες η διενέργεια βιοψίας αντενδείκνυται λόγω διαταραχών πήξης του αίματος.
Περίπου το 30-50% των εξωπνευμονικών καρκίνων μεθίστανται στους πνεύμονες. Η παρουσία μεταστάσεων μπορεί να αναγνωριστεί στην κυτταρολογική πτυέλων στο 70% των περιπτώσεων. Από τους μεταστατικούς καρκίνους που αναγνωρίζονται σε υλικά αποφολιδωτικής κυτταρολογίας, το 40% αφορά σε πλακώδη καρκινώματα παρακείμενων περιοχών, το 34% αφορά σε αδενοκαρκινώματα - συνήθως μαστού, νεφρού, παχέος εντέρου - και το 8% σε κακοήθεις παθήσεις του αιμοποιητικού συστήματος.
Η χρήση διαβρογχικής παρακέντησης δια λεπτής βελόνης χρησιμοποιείται ευρέως για την διάγνωση και τυποποίηση μεταστατικών νεοπλασμάτων στον πνεύμονα, με πολύ καλή αξιοπιστία. Από τους μεταστατικούς καρκίνους που αναγνωρίζονται σε διαβρογχικά παρακεντήματα δια λεπτής βελόνης, το 27% αφορά σε μελανώματα, το 17% αφορά σε νεοπλάσματα του ουροποιητικού και ανδρικού γεννητικού συστήματος, το 15% σε αδενοκαρκινώματα μαστού, το 13% σε νεοπλάσματα του γυναικείου γεννητικού συστήματος και το 10% σε νεοπλάσματα του γαστρεντερικού συστήματος.

Γιατί να επιλέξει κάποιος το κέντρο μας για να κάνει κυτταρολογική εξέταση πτυέλων και βρογχικών εκκρίσεων;

Δημιουργήσαμε ένα χώρο με άμεση πρόσβαση (δίπλα στο σταθμό ΜΕΤΡΟ Κατεχάκη) με πολύ μεράκι και αγάπη, με σκοπό να δώσουμε στους ασθενείς και ιατρούς τη δυνατότητα να μας γνωρίσουν και να κάνουν στο κέντρο μας αυτή την τόσο σημαντική ιατρική εξέταση.Εμείς κάνουμε ταυτόχρονα και τη επεξεργασία και τη διάγνωση των κυτταρολογικών εξετάσεων .

Πέραν όμως του πολύ χαμηλού οικονομικού κόστους, οι υπηρεσίες μας είναι πολύ υψηλής ποιότητας και για το λόγο αυτό είμαστε ένα από τα ελάχιστα κυτταρολογικά εργαστήρια στην Ελλάδα που έχουν διαπιστευθεί κατά ELOT EN ISO 15189. Η πιστοποίησή μας αυτή δεν είναι κενό γράμμα, αλλά αντανακλά την συνολική προσπάθειά μας να παρέχουμε αξιόπιστες, διεθνώς αναγνωρισμένες ιατρικές υπηρεσίες, εφαρμόζοντας ένα Σύστημα Ολικής Διαχείρισης Ποιότητας και δίνοντας σημασία σε όλες αυτές τις λεπτομέρειες που μας φέρνουν πιο κοντά στα σύγχρονα Ευρωπαϊκά Πρότυπα. Επιγραμματικά και μόνο θα αναφερθώ σε μερικά από τα χαρακτηριστικά που μας κάνουν να ξεχωρίζουμε:

Άνετοι και λειτουργικοί χώροι δειγματοληψίας
Μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας (δύο μηχανήματα κυτταρολογίας υγρής φάσης, σύστημα αυτόματης χρώσης, κυτταροφυγόκεντροι, μικροσκόπια με καμέρα)
Άριστα εκπαιδευμένο προσωπικό
Οι 4 ιατροί κυτταρολόγοι του κέντρου μας είναι καταξιωμένοι επιστήμονες διεθνούς εμβέλειας, με πλούσιο επιστημονικό έργο
Τηρούμε πλήρες αρχείο πλακιδίων και παραπεμπτικών σε βάθος 10ετίας
Εφαρμόζουμε μέτρα εσωτερικού ελέγχου ποιότητας
Συμμετέχουμε σε προγράμματα εξωτερικού ελέγχου ποιότητας
Κάθε εξέταση μικροσκοπείται από 2 τουλάχιστον κυτταρολόγους
Έκδοση απάντησης εντός 24 ωρών
Απάντηση με εικόνες από αντιπροσωπευτικές θέσεις
Σχολιασμός εικόνων από ειδικό κυτταρολόγο
Δωρεάν παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, εαν χρειαστεί από τον Επιστημονικό διευθυντή και τους γιατρούς μας