Είστε εδώ

ΜΟΡΙΑΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

ΜΟΡΙΑΚΗ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΣ ΜΕΤΑΔΙΔΟΜΕΝΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ

Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα ελέγχονται προληπτικά, καθώς η μετάδοση τους γίνεται τις περισσότερες φορές από άτομα που δεν το έχουν αντιληφθεί ότι πάσχουν απο αυτά. Αυτό συμβαίνει γιατί ο χρόνος για την εμφάνιση των κλινικών συμπτωμάτων και ενοχλήσεων κυμαίνεται από λίγους μήνες έως αρκετά χρόνια.

Η PCR αποτελεί μια μοριακή μέθοδο η οποία είναι πολύ γρήγορη και οικονομική και χρησιμοποιείται για να πολλαπλασιάσει με ακρίβεια μικρά τμήματα του DNA.

Κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο γιατί για να γίνει ανάλυση των μεταλλάξεων ή των πολυμορφισμών σε μοριακό επίπεδο, είναι απαραίτητες αρκετά μεγάλες ποσότητες του DNA. Aπομονωμένα τμήματα DNA θα ήταν αδύνατο να μελετηθούν επαρκώς χωρίς την μέθοδο της PCR. Η PCR μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την ανίχνευση γενετικού υλικού ενός μικροοργανισμού που έχει προσβάλλει τον άνθρωπο. Τα συνηθισμένα τεστ που χρησιμοποιούνται όπως η καλλιέργεια των μικροοργανισμών ή την χρήση αντισωμάτων είναι ιδιαίτερα περίπλοκα.

Η μέθοδος της PCR είναι μια γρήγορη και πολύ απλή εναλλακτική λύση ειδικά για αφροδίσια νοσήματα. Τα αφροδίσια νοσήματα αποτελούν έναν από τους κύριους παράγοντες των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων  και επιδημιών παγκοσμίως. Σήμερα, και ενώ υπάρχουν πολλές σύγχρονες διαγνωστικές και θεραπευτικές μεθόδοι, τα περιστατικά των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων παραμένουν υψηλά. Για παράδειγμα, η ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά των βακτηριακών σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων καθιστούν την καταπολέμησή τους, και επομένως και των ασθενειών που προκαλούν, πιο δύσκολο να θεραπευθούν. 

Ο έρπης των γεννητικών οργάνων, ο HIV και ο ιός της ηπατίτιδας Β ανιχνεύονται με τα αντίστοιχα για τον καθένα αντισώματα καθώς και με PCR(για τον HIV και τον ιό της ηπατίτιδας Β). Η PCR μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ανιχνεύσει το μικρό ποσοστό των κυττάρων τα οποία έχουν μολυνθεί με τον ιό HIV. Από τη στιγμή της μόλυνσης ο ιός εισέρχεται στο σώμα και αρχίζει να πολλαπλασιάζεται και μπορεί να γίνει αντιληπτός με ευαίσθητες τεχνικές (RNA-RT-PCR) από περίπου 7-14 ημέρες μετά την επαφή και για όσο διάστημα χρειαστεί (εβδομάδες έως και μήνες) μέχρι την παραγωγή αντισωμάτων τα οποία μπορεί να ανιχνευθούν με τις μεθόδους αναφοράς (ELISA/WESTERN BLOT/IFA). Μετά τον ειδικό πολλαπλασιασμό του γονιδιακού τόπου του HIV και ηλεκτροφόρηση, η παρουσία ενός προϊόντος της PCR του σωστού μεγέθους σηματοδοτεί την παρουσία της αλληλουχίας του HIV και συνεπώς την μόλυνση από HIV. 

Οι εξετάσεις PCR επίσης μπορούν να μετρήσουν χαμηλά επίπεδα λευχαιμικών κυττάρων που δεν είναι δυνατό να ανιχνευτούν με μια κυτταρογενετική εξέταση. Χαρακτηριστικά, οι κυτταρογενετικές εξετάσεις μπορούν να ανιχνεύσουν ένα κύτταρο Χρόνιας Μυεογενούς Λευχαιμίας σε ένα δείγμα 20 έως 500 κυττάρων, η μοριακή εξέταση μπορεί να ανιχνεύσει ένα κύτταρο Χρόνιας Μυεογενούς Λευχαιμίας σε 100.000 έως 1 εκατομμύριο κύτταρα.

Στο εργαστήριό μας γίνεται απομόνωση ολικού DNA, η ποιότητα και ποσότητα του οποίου ελέγχονται φασματοφωτομετρικά. Στη συνέχεια μέρος  αυτού του DNA  πολλαπλασιάζεται επιλεκτικά με ειδικούς εκκινητές (primers) που αναγνωρίζουν γονιδιακές περιοχές παθογόνων μικροοργανισμών υπεύθυνων για Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα.

Το προϊόν της PCR υποβάλλεται σε διαδικασία υβριδισμού- αντίστροφου τυπώματος κηλίδας (Reverse Dot Blot Hybridization) στο σύστημα HybriSpot-12 όπου τα ενισχυμένα τμήματα DNA των παθογόνων μικροοργανισμών δεσμεύονται σε ειδικούς ιχνηθέτες προσαρτημένους στο φίλτρο (Flow Chip).

Το αποτέλεσμα του υβριδισμού οπτικοποιείται με ειδικό χρωματομετρικό αναλυτή (Hybrisoft)  και η ανάλυση των αποτελεσμάτων γίνεται με αυτόματο λογισμικό σύστημα (Reverse Dot Blot Hybridization).  

ΧΛΑΜΎΔΙΑ - Chlamydia trachomatis

ΑΙΜΟΦΙΛΟΣ- Haemophilus ducreyi

ΕΡΠΗΣ 1- Herpes simplex viruses  (HSV-l)

ΕΡΠΗΣ 2- Herpes simplex viruses  (HSV-2)

ΜΥΚΟΠΛΑΣΜΑ 1-  Mycoplasma genitalium

ΜΥΚΟΠΛΑΣΜΑ 2- Mycoplasma hominis

ΝΑΙΣΣΕΡΙΑ - Neisseria gonorrhoeae

ΤΡΕΠΟΝΗΜΑ- Treponema pallidum

ΤΡΙΧΟΜΟΝΑΔΕΣ- Trichomonas vaginalis

ΟΥΡΕΟΠΛΑΣΜΑ- Ureaplasma (urealyticum/parvum)

 

Μη-επεμβατικός προγεννητικός έλεγχος

Non Invasive Prenatal Test (NIPT)

Πρόκειται για μια καινοτόμο εξέταση μη-επεμβατικού προγεννητικού ελέγχου, εύκολη, ακίνδυνη και με μεγάλη ακρίβεια αποτελεσμάτων, που αναλύει το ελεύθερο εμβρυικό κυτταρικό DNA (cell free DNA-cfDNA) στο αίμα της εγκύου μητέρας. Σκοπός της είναι να δώσει μια ισχυρή ένδειξη εάν το έμβρυο έχει υψηλό ή χαμηλό ρίσκο να πάσχει από τυχόν χρωμοσωμική ανωμαλία.
Το NIPT βασίστηκε στην ανακάλυψη του καθηγητή Dennis Lo και των συνεργατών του, ότι στο ολικό DNA του μητρικού πλάσματος υπάρχει παρουσία μεγάλων ποσοτήτων εμβρυϊκού DNA (3.4%-6.2%). Ο μέσος όρος συγκέντρωσης αυτών αυξάνει κατά 12 φορές στη διάρκεια της κύησης, ενώ εξαφανίζονται δύο ώρες μετά τη γέννηση. Η μέθοδος βασίζεται σε μια νέα τεχνολογία γνωστή ως massively parallel genomics sequencing, η οποία μπορεί μέσα σε λίγες μέρες να ποσοτικοποιήσει εκατομμύρια τμήματα (fragments) ελεύθερου DNA και να δώσει αποτελέσματα με μεγάλη ευαισθησία.
Το NIPT ανιχνεύει:
 Τις συχνότερες χρωμοσωμικές ανωμαλίες: Σύνδρομο Down (Τρισωμία 21) Σύνδρομο Edward’s (Τρισωμία 18)
Σύνδρομο Patau (Τρισωμία 13)
 Ανευπλοειδίες που σχετίζονται με τα φυλετικά χρωμοσώματα: Σύνδρομο Turner (XO)
Σύνδρομο Klinefelter (XXY) Τριπλό Χ ή Υπερθήλυ (ΧΧΧ) Σύνδρομο Jacobs (ΧΥΥ)
 Το φύλο του εμβρύου
Μέχρι σήμερα ο μόνος τρόπος για να γνωρίσουμε σίγουρα εάν ένα έμβρυο έχει μια χρωμοσωμική ανωμαλία είναι με επεμβατικές εξετάσεις, όπως η λήψη τροφοβλάστης (11η- 15η εβδομάδα κύησης) ή η αμνιοπαρακέντηση (16η εβδομάδα εώς το τέλος της κύησης). Αυτές οι εξετάσεις περιλαμβάνουν τη λήψη τροφοβλάστης από τον πλακούντα ή αμνιακού υγρού από τον αμνιακό σάκο με μια βελόνα και φέρουν κίνδυνο αποβολής περίπου 1%. Το NIPT δεν απαιτεί επέμβαση καθώς γίνεται με μια απλή εξέταση αίματος. Είναι δηλαδή 100% ασφαλές για την έγκυο μητέρα και το έμβρυο.
Αξιοπιστία της εξέτασης:
Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η μέθοδος έχει εξαιρετική ακρίβεια για την ανεύρεση των συχνότερων εμβρυικών τρισωμιών.
Ανιχνεύονται το 99-99.5% των εμβρύων με τρισωμία 21, 98-99.6% των εμβρύων με tρισωμία 18 και το 80-100% εκείνων με τρισωμία 13. Εξακολουθεί όμως να παρέχει μικρότερη ακρίβεια από εκείνη της αμνιοπαρακέντησης ή τη λήψη τροφοβλάστης και γι'αυτό δεν είναι εξέταση διαγνωστική. Παράλληλα όμως τείνει να εμφανίζει μεγαλύτερη ακρίβεια από την αυχενική διαφάνεια του 1ου τριμήνου.

Ποιός μπορεί να κάνει το NIPT:
 Οποιαδήποτε γυναίκα που φέρει ένα έμβρυο ζωντανό που το μήκος του υπερηχογραφικά αντιστοιχεί τουλάχιστον σε 10 εβδομάδες κύησης ή περισσότερο.
 Κάθε έγκυος γυναίκα που επιθυμεί να έχει ένα μη επεμβατικό εμβρυικό προγεννητικό έλεγχο.
 Έγκυες γυναίκες των οποίων τα βιοχημικά και υπερηχογραφικά ευρήματα 1ου ή και 2ου τριμήνου παρουσιάζουν ένα υψηλό ρίσκο παρουσίας χρωμοσωμικών ανευπλοειδιών.
 Για τις κυήσεις υψηλού κινδύνου όπου αντενδείκνυται ο επεμβατικός προγεννητικός έλεγχος,όπως πχ. σε περίπτωση αποκόλλησης πλακούντα ή σε αυξημένη πιθανότητα αποβολής, σε HBV ή HIV λοίμωξη κλπ.
 Μπορεί να ζητηθεί για μονήρεις που έχουν προκύψει είτε από φυσική σύλληψη, είτε μετά από διαδικασία εξωσωματικής θεραπείας με IVF, με ωάρια της ίδιας της μητέρας ή με δότριας ή που να αφορά ακόμα και παρένθετη εγκυμοσύνη.
 Το τεστ δεν έχει σχεδιαστεί για περιπτώσεις πολυδύναμων κυήσεων. Πότε μπορεί να γίνει η εξέταση και τι απαιτείται:
Το NIPT μπορεί να πραγματοποιηθεί από τη 10η εβδομάδα κύησης. Όποια γυναίκα επιθυμεί και αποφασίσει να κάνει το τεστ αφού υπογράψει μια φόρμα συγκατάθεσης, θα υποβληθεί στο εργαστήριό μας σε απλή αιμοληψία 10 ml φλεβικού αίματος. Κατόπιν το δείγμα που τοποθετείται σε ειδικό σωληνάριο, θα αποσταλεί μαζί με όλα τα προσωπικά στοιχεία της εγκύου στο εξωτερικό (ΗΠΑ ή Ευρώπη) όπου θα διενεργηθεί το τεστ. Δεν θα γίνουν άλλες εργαστηριακές εξετάσεις σε αυτό το δείγμα αίματος.

Αξιολόγηση του αποτελέσματος:
Εάν το NIPT δείξει ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος το έμβρυο να έχει τρισωμία 21,18 ή 13, δεν σημαίνει ότι το έμβρυο έχει σίγουρα ένα από αυτά τα σύνδρομα, παρόλο που είναι εξαιρετικά πιθανόν. Σε αυτή την περίπτωση ενδείκνυται περαιτέρω έλεγχος με μια από τις επεμβατικές μεθόδους (αμνιοπαρακέντηση ή λήψη τροφοβλάστης). Παρόμοια, ένα
 φυσιολογικό αποτέλεσμα στον ΝΙΡΤ δεν διασφαλίζει ένα φυσιολογικό έμβρυο. Εάν το τεστ δείξει ότι υπάρχει χαμηλός κίνδυνος (κάτω από 1:10.000) για τρισωμία 21,18 ή 13, τότε είναι πολύ απομακρυσμένη η πιθανότητα το έμβρυο να πάσχει από ένα από αυτά τα σύνδρομα. Παρόλα αυτά υπάρχει μια εξαιρετικά μικρή πιθανότητα κάποια έμβρυα με τρισωμίες να μην ανιχνευτούν, καθώς δεν μπορούν να διαγνωστούν όλες οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες λόγω μωσαϊκισμού (ταυτόχρονης ύπαρξης φυσιολογικών και παθολογικών κυττάρων) στον πλακούντα, στη μητέρα ή στο έμβρυο, ή λόγω άλλων αιτιών.
Συμπερασματικά το ελεύθερο εμβρυικό DNA δεν αντικαθιστά την ακρίβεια της προγεννητικής διάγνωσης με CVS ή αμνιοπαρακέντηση. Τέλος όλα τα αποτελέσματα πρέπει να ερμηνεύονται από κλινικό ιατρό λαμβάνοντας υπόψιν τα υπερηχογραφικά ευρήματα, καθώς επίσης το κλινικό και οικογενειακό ιστορικό.
Χρειάζονται άλλες εξετάσεις;
Όπως ήδη αναφέρθηκε το NIPT δεν δίνει πληροφορίες για άλλες πιο σπάνιες χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Δεν ανιχνεύει μωσαϊκισμούς ή μετατοπίσεις και δεν παρέχει πληροφορίες για ανατομικές ανωμαλίες. Ως εκ τούτου, συνιστάται να γίνονται κανονικά όλοι οι υπερηχογραφικοί έλεγχοι στις 11-13 εβδομάδες και στις 20-22 εβδομάδες κύησης για τον έλεγχο ανατομίας του εμβρύου, καθώς και στις 30-32 εβδομάδες για τον έλεγχο της εμβρυϊκής ανάπτυξης.
Επανάληψη δειγμάτων:
Χρειάζεται να υπάρχει επαρκής ποσότητα εμβρυϊκού DNA στο μητρικό αίμα για να δώσει το NIPT αποτέλεσμα. Το αυξημένο βάρος της μητέρας και η πρώιμη ηλικία κύησης ενδέχεται να συμβάλλουν στην παρουσία χαμηλών επιπέδων εμβρυϊκού DNA. Εάν η ποσότητα εμβρυϊκού DNA δεν είναι αρκετή στο δείγμα (<5% των περιπτώσεων) ένα επιπλέον δείγμα αίματος θα απαιτηθεί από τη μητέρα. Αυτό θα εξεταστεί χωρίς επιπλέον χρέωση.