Είστε εδώ

Παρακέντηση Σιελογόνων Αδένων

ΚΥΤΤΑΡΟΛΟΓΙΑ ΚΕΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΡΑΧΗΛΟΥ 

Η λήψη βιοψίας δια λεπτής βελόνης ( FNA ) έχει καθιερωθεί ως μια από τις διαγνωστικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται στη διερεύνηση όγκων της παρωτίδας, των υπογλώσσιων και των υπογνάθιων σιελογόνων αδένων και στην επιβεβαίωση ύποπτων κλινικά λεμφαδενικών μεταστάσεων σε ασθενείς με γνωστό ή πιθανό κακόηθες νόσημα.

Η κυτταρολογική εξέταση αλλοιώσεων των σιελογόνων αδένων αποτελεί πλέον μια ευρέως διαδεδομένη προεγχειρητική διαγνωστική μέθοδο. Ο ρόλος της κυτταρολογι- κής εξέτασης στη διαγνωστική προσέγγιση μιας διόγκωσης των σιελογόνων αδένων είναι κατ’ αρχήν να επιβεβαιώσει ότι η νόσος αφορά πράγματι στους σιελογόνους αδένες, να αποκλείσει τυχόν μεταστατική νόσο ή κάποια ειδική φλεγμονή και τέλος, να προσδιορίσει τη βιολογική συμπεριφορά της υπό διερεύνηση διόγκωσης. Χρησιμοποιούμενη με τον κατάλληλο τρόπο, η παρακέντηση διά λεπτής βελόνης μπορεί να χρησιμεύσει στη διάκριση εκείνων των εξεργασιών που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης-χειρουργικής εξαίρεσης και ιστολογικής εξέτασης και να μειώσει σημαντικά τις άσκοπες χειρουργικές επεμβάσεις.

Οι κλινικοί γιατροί καλούνται συχνά να αξιολογήσουν έναν ασθενή με μια μεμονωμένη μάζα στον τράχηλο. Η κλινική αξιολόγηση μιας τέτοιας βλάβης μπορεί να είναι δύσκολη λόγω της πληθώρας των παθήσεων, μεταξύ των οποίων πρέπει να γίνει η διαφορική διάγνωση.

Η αξιολόγηση ενός ασθενή με μια τραχηλική διόγκωση πρέπει πάντα να περιλαμβάνει τη λήψη ακριβούς και λεπτομερούς ιστορικού. Η επισκόπηση της βλεννογονικής επένδυσης του ανώτερου αναπνευστικού και πεπτικού σωλήνα απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.  Εάν η φυσική εξέταση δεν μπορεί να εξηγήσει την προέλευση της τραχηλικής διόγκωσης, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιείται η παρακέντηση διά λεπτής βελόνης  και η κυτταρολογική αξιολόγηση του ληφθέντος υλικού.

Η διαφορική διάγνωση μιας μονήρους τραχηλικής διόγκωσης παρουσιάζει ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα, δυσανάλογα ευρύ σε σχέση με το μικρό ανατομικό μέγεθος της τραχηλοπροσωπικής χώρας. Αν και περιορισμένος ο ανατομικός αυτός χώρος περιλαμβάνει μια εξαιρετική ποικιλία ιστών και οργάνων. Σε ένα τέτοιο υπόστρωμα οι πιθανές βλάβες-ογκόμορφες ή ελκωτικές, καλοήθεις ή κακοήθεις- είναι ποικίλες και παρουσιάζουν δυσκολίες τόσο στη διάγνωση όσο και στη θεραπευτική αντιμετώπιση. Οι βλάβες αυτές μπορεί να αφορούν καλοήθη ή κακοήθη νεοπλάσματα, πρωτοπαθή (των σιελογόνων αδένων, των αδένων του δέρματος, του θυρεοειδή αδένα) ή μετασταστικά (πλακώδες Ca, αδενοκαρκίνωμα, αδιαφοροποίητο καρκίνωμα και μελάνωμα), οξείες ή χρόνιες φλεγμονές, εξεργασίες του νευρικού, μυϊκού ή αγγειακού ιστού, διαμαρτίες κατά τη διάπλαση (σμηγματογόνο κύστη, λεμφαγγείωμα, αιμαγγείωμα, δερμοειδή κύστη, έκτοπο θυρεοειδή αδένα, λαρυγγοκήλη και θυμική κύστη), εμβρυϊκά υπολείμματα (κύστη θυρεογλωσσικού πόρου, βραγχιακή κύστη), τραυματικές αλλοιώσεις και παθήσεις των λεμφαδένων της περιοχής.

Η ανατομική περιπλοκότητα της περιοχής και η πληθώρα των πιθανών διαγνώσεων  καθιστά τη διαφοροδιαγνωστική προσέγγιση μιας τραχηλικής διόγκωσης ιδιαίτερα επίπονη διαδικασία, η οποία παλαιότερα «λυνόταν» με τη χρήση της ανοιχτής βιοψίας. Σήμερα μια απλή παρακέντηση μπορεί άμεσα να λύσει το διαγνωστικό πρόβλημα και να βεβαιώσει για την πιθανή καλοήθεια μιας τραχηλικής μάζας. Επιπλέον η ανοιχτή βιοψία αντενδείκνυται σε περιπτώσεις πρωτοπαθούς ή δευτεροπαθούς νεοπλάσματος, λόγω του ότι μπορεί να δυσχεράνει την χειρουργική επέμβαση που θα ακολουθήσει σε δεύτερο χρόνο, ή ακόμα και να αυξήσει το ποσοστό τοπικής υποτροπής λόγω διασποράς των καρκινικών κυττάρων στους γειτονικούς υγιείς ιστούς. Αντίθετα η FNA δεν προκαλεί  αντίστοιχη καρκινική διασπορά, λόγω της μικρής διατομής της χρησιμοποιούμενης βελόνας Επιπλέον η FNA δεν αφήνει ουλές που θα δυσκολέψουν μια μελλοντική χειρουργική επέμβαση.

Η άριστη συνεργασία του κλινικού ιατρού με τον κυτταρολόγο είναι απαραίτητη για την επιτυχία της FNA. Οποιαδήποτε κλινική πληροφορία μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη και να κατευθύνει τη κυτταρολογική διαφοροδιαγνωστική προσέγγιση προς τη σωστή κατεύθυνση. Οποιοσδήποτε ασθενής με μονήρη τραχηλική διόγκωση δικαιούται στις μέρες μας να έχει πριν τη χειρουργική επέμβαση μια «πρώτη εικόνα» για το είδος της πάθησής του. Ο κλινικός ιατρός μπορεί έτσι να τροποποιήσει το είδος της θεραπευτικής του παρέμβασης   Όσο ευρύτερη καθίσταται η χρήση της παρακέντησης διά λεπτής βελόνης σε όγκους κεφαλής και τραχήλου, τόσο μειώνεται ο αριθμός των άσκοπων χειρουργικών επεμβάσεων, με άμεσο οικονομικό και κοινωνικό όφελος.

Τα πλεονεκτήματα της FNA συνοψίζονται στα παρακάτω:
1. Χαμηλό κόστος.
2. Είναι ελάχιστα τραυματική τεχνική (οργανικά και ψυχολογικά).
3. Είναι καλά αποδεκτή από ιατρούς και ασθενείς.
4. Παρέχει γρήγορο και αξιόπιστο αποτέλεσμα (στο κέντρο μας η απάντηση δίνεται αυθημερόν).
5. Βοηθά στον προεγχειρητικό σχεδιασμό της θεραπείας.
6. Μπορούν να εφαρμοστούν ανοσοκυτταροχημικοί ή μοριακοί δείκτες.
7. Εκτιμώνται πολλά οζίδια/αλλοιώσεις.
8.  Παρέχει ακριβή και γρήγορη εκτίμηση της υποτροπής σε τοπικά αναπτυσσόμενους καρκίνους για καλύτερη σταδιοποίηση του όγκου

Συνοπτικά η FNA είναι η απλούστερη, ταχύτερη και ασφαλέστερη μέθοδος προεγχειρητικής βιοψίας, η οποία στα χέρια έμπειρου και εξειδικευμένου στον τομέα αυτόν κυτταρολόγου εμφανίζει μεγάλη διαγνωστική ακρίβεια χωρίς επιπλοκές. Επειδή είναι ατραυματική και δεν αφήνει ουλή, μπορεί να επαναλαμβάνεται κατά διαστήματα για την παρακολούθηση αλλοιώσεων. Η εμπειρία του κυτταρολόγου στην ερμηνεία της FNA είναι πολύ σημαντική. Αυξανόμενης της εμπειρίας, αυξάνεται η διαγνωστική ακρίβεια της μεθόδου. Το ιατρικό προσωπικό του Κυτταρολογικού Τμήματος του ALPHA PROLIPSIS έχει 10ετή εμπειρία τόσο στη διενέργεια της παρακέντησης όσο στην ερμηνεία των ευρημάτων και τη διάγνωση, με μεγάλο αριθμό ανακοινώσεων σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια και δημοσιεύσεων σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά.

Στο κέντρο μας, η διενέργεια της παρακέντησης γίνεται πάντα από εξειδικευμένο ακτινολόγο παρουσία ειδικού κυτταρολόγου, με σκοπό την μείωση της πιθανότητας ανεπαρκούς δειγματοληψίας. Όλες οι απαντήσεις των παρακεντήσεων εκδίδονται (πλην σπανίων περιπτώσεων) μέσα σε λίγα λεπτά από τη διενέργεια της παρακέντησης.

Για την εξασφάλιση της βέλτιστης αναπαραγωγιμότητας και αξιοπιστίας, όλες οι εξετάσεις μικροσκοπούνται από τρεις διαφορετικούς ιατρούς κυτταρολόγους.  Επιπλέον για την εξασφάλιση ιχνηλασιμότητας, όλες οι απαντήσεις συνοδεύονται από εικόνες αντιπροσωπευτικών θέσεων και σχολιασμό αυτών.

Στο Εργαστήριό μας εφαρμόζεται η πλέον σύγχρονη Διαγνωστική Ταξινόμηση Παρακέντησης Λεμφαδένων σύμφωνα με το Σύστημα MILAN 2016

Συμβουλές Υγείας 

Μέθοδος

Η FNA είναι μια απλή και σύντομη ιατρική πράξη. Ο χώρος στον οποίο εκτελείται δεν απαιτεί ειδικές προδιαγραφές, ενώ όταν η παρασκευή, επίστρωση και μονιμοποίηση του υλικού γίνουν επί τόπου, η κυτταρολογική διάγνωση μπορεί να τεθεί μέσα σε λίγα μόλις λεπτά, γεγονός τεράστιας σημασίας τόσο για τον ασθενή όσο και για τον εντέλλοντα την κυτταρολογική εξέταση Το σημαντικότερο βήμα για την επιτυχία της FNA είναι η υπομονετική και ακριβής επιλογή της θέσης που πρόκειται να παρακεντηθεί. Ο ασθενής τοποθετείται με τέτοιο τρόπο ώστε η τραχηλική διόγκωση να είναι όσο το δυνατόν καλύτερα ψηλαφητή. Μια βελόνα 21-gauge χρησιμοποιείται συνήθως. Η λήψη του υλικού γίνεται ως επί το πλείστον με τη χρήση μόνο της βελόνας, χωρίς εφαρμογή σύριγγας για αναρρόφηση. H με ήπιους χειρισμούς παλινδρομική κίνηση της βελόνας προς όλες τις κατευθύνσεις μέσα στο εσωτερικό της παρακεντούμενης διόγκωσης αποδίδει σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις διαγνωστικό υλικό. Περίπου 6 περάσματα της βελόνας μέσα από τη διόγκωση θεωρούνται αρκετά.. Μετά την απόσυρση της βελόνας από τη βλάβη, μια σύριγγα (των 20 mL) εφαρμόζεται στη βελόνα, έτσι ώστε με την πίεση του εμβόλου να επιτευχθεί η επίστρωση του υλικού σε αντικειμενοφόρες πλάκες.
Αναρρόφηση με τη σύριγγα εφαρμόζεται μόνο σε περίπτωση παρακέντησης κυστικής εξεργασίας, το περιεχόμενο της οποίας πρέπει να εκκενωθεί εντελώς. Πριν την έξοδο της βελόνας από την παρακεντούμενη περιοχή, είναι απαραίτητη η διακοπή της εφαρμογής αρνητικής πίεσης.
Η ταχεία χρώση Giemsa (Hemacolor της Merk) χρησιμοποιείται για τον έλεγχο επάρκειας του υλικού και μια πρώτη εκτίμηση της βλάβης. Μέρος του υπολοίπου υλικού μονιμοποιείται με οινόπνευμα 96% και βάφεται με την τεχνική Papanicolaou και ένα άλλο μέρος του υλικού ξεραίνεται στον αέρα προκειμένου να βαφτεί με την χρώση Giemsa (Hemacolor της Merk). Η τελευταία χρώση προτιμάται ιδιαίτερα σε περιπτώσεις λεμφουπερπλαστικών εξεργασιών και παθήσεων των σιελογόνων αδένων και του λιπώδους ιστού. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η ταχεία κυτταρολογική εξέταση αναδεικνύει τυχόν διαφοροδιαγνωστικά προβλήματα, ένας αριθμός ξηρών πλακιδίων φυλάσσεται σε κατάψυξη –20 C, για εφαρμογή χρώσεων ανοσοιστοχημείας. Στο 15% περίπου του συνόλου των περιπτώσεων, η μορφολογική μόνο μελέτη των επιχρισμάτων δεν αποδεικνύεται ικανή να θέσει τη διάγνωση του ακριβούς ιστολογικού τύπου της βλάβης και ως εκ τούτου θεωρείται αναγκαία η εφαρμογή επιπλέον κυτταροχημικών και ανοσοκυτταροχημικών χρώσεων.

Περιορισμοί της FNA

Η FNA αλλοιώσεων της Κεφαλής και του Τραχήλου δεν αποτελεί πανάκεια. Πιθανή λανθασμένη δειγματοληψία μπορεί να οδηγήσει σε διαγνωστικό σφάλμα. Στις περιπτώσεις αυτές, η άμεση επανάληψη της παρακέντησης μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Ο κυτταρολόγος καθώς και οι παρασκευαστές πρέπει να είναι επαρκώς εκπαιδευμένοι. Οι κυτταρολογικές απαντήσεις από διαφορετικούς γιατρούς πρέπει να συμφωνούν σε πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό μεταξύ τους. Το 1989, ο Peters κατέδειξε ότι η συμφωνία των απαντήσεων μεταξύ διαφορετικών κυτταρολόγων για περιστατικά που αφορούν τραχηλικές διογκώσεις ανέρχεται στο 92%, με ειδικότητα 96% και ευαισθησία της τάξης του 97% (Peters BR, Schnadig VJ, Quinn FB Jr, et al: Interobserver variability in the interpretation of fine-needle aspiration biopsy of head and neck masses. Arch Otolaryngol Head Neck Surg 1989 Dec; 115(12): 1438-42. ).
Εάν υπάρχουν οποιαδήποτε ερωτηματικά σχετικά με την ερμηνεία της FNA, αποφάσεις σχετικά με πιθανή χειρουργική επέμβαση, ακτινοβολία ή και χημειοθεραπεία πρέπει να αναβληθούν έως ότου λυθεί το διαγνωστικό πρόβλημα. Τέλος, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η FNA συμπληρώνει την κλινική διάγνωση και δεν πρέπει να θεωρηθεί υποκατάστατο της λεπτομερούς κλινικής εξέτασης και της λήψης ενός καλού ιστορικού.

Τρόπος δειγματοληψίας

• Η παρακέντηση γίνεται συνήθως με βελόνες 25G ή 23G, οι οποίες λόγω του μικρού τους μεγέθους δεν προκαλούν σοβαρό τραυματισμό της περιοχής, ενώ παράλληλα μπορούν να αναρροφήσουν ένα επαρκές κυτταρολογι- κό δείγμα από την υπό διερεύνηση εξεργασία.

• Η εκτίμηση της επάρκειας του υλικού καλό είναι να γίνεται επιτόπου.
• Κρίνεται απαραίτητη η άμεση επανάληψη της παρακέντησης, εφόσον το αναρροφηθέν υλικό δεν κριθεί επαρκές για στήριξη ασφαλούς κυτταρολογικής διάγνωσης.
• Μια ασφαλής μέθοδος μείωσης των διαγνωστικών σφαλμάτων είναι η εφαρμογή πολλαπλών περασμάτων της βελόνας από την ύποπτη βλάβη κατά τη διάρκεια της παρακέντησης.
• Η χρήση μεθόδων κυτταρολογίας υγρής φάσης έχει δοκιμαστεί, ωστόσο προτιμούνται τα συμβατικά επιχρίσματα.

Ενδείξεις

• Οποιαδήποτε ανεξήγητη διόγκωση των σιελογόνων αποτελεί ένδειξη παρακέντησης διά λεπτής βελόνης.
• Η παρακέντηση προτιμάται από τη λήψη ιστολογικού δείγματος, επειδή παρουσιάζει μικρότερο κίνδυνο πρόκλησης φλεγμονής και επιμόλυνσης των χειρουργικών πεδίων.
• Είναι γνωστό ότι η κλινική εξέταση και ο απεικονιστικός έλεγχος δεν μπορούν πάντα να προσδιορίσουν την προέλευση των τραχηλικών διογκώσεων. O κύριος ρόλος της παρακέντησης διά λεπτής βελόνης (FNA) είναι να διακρίνει μια πρωτοπαθή αλλοίωση των σιελογόνων από μια μεταστατική εστία, η οποία πιθανόν να προέρχεται από τους λεμφαδένες, τα μαλακά μόρια ή το δέρμα της κεφαλής και του τραχήλου.
• Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι όλες οι μάζες της κεφαλής και του τραχήλου πρέπει να αφαιρούνται χειρουργικά και η παρακέντηση διά λεπτής βελόνης (FNA) αποτελεί μια «περιττή πολυτέλεια». Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλές αλλοιώσεις οι οποίες εκδηλώνονται με τη μορφή τραχηλικής μάζας, αλλά δεν απαιτούν χειρουργική εξαίρεση. Τέτοιες αλλοιώσεις είναι, για παράδειγμα, η χρόνια σιελαδενίτιδα, τα κοκκιώματα, η αντιδραστική λεμφαδενίτιδα και οι λεμφοεπιθηλιακές αλλοιώσεις.
• Ασθενείς που πάσχουν από μια μη νεοπλασματική πάθηση ή από κάποιο καλόηθες νεόπλασμα (αλλά η γενική κατάσταση της υγείας τους δεν τους επιτρέπει να χειρουργηθούν), ή από κάποιο κακόηθες νεόπλασμα για το οποίο δεν ενδείκνυται η χειρουργική εξαίρεση (λέμφωμα, μεταστατική νόσος), αποφεύγουν τη μη απαραίτητη και πιθανά επικίνδυνη χειρουργική επέμβαση. Ακόμα και σε περιπτώσεις που χρήζουν χειρουργικής εξαίρεσης, η προεγχειρητική τυποποίηση του νεοπλάσματος με τη βοήθεια της FNA συμβάλλει ουσιαστικά στον σχεδιασμό της ενδεικνυόμενης ανά περίπτωση χειρουργικής επέμβασης.
• Ο σχεδιασμός της χειρουργικής επέμβασης επηρεάζεται σημαντικά από τα εκά- στοτε προεγχειρητικά κυτταρολογικά ευρήματα. Οι υψηλού βαθμού κακοήθειες αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τις χαμηλού βαθμού κακοήθειες και τα καλο- ήθη νεοπλάσματα. Στην επιφανειακή μοίρα της παρωτίδας, τα καλοήθη και τα χαμηλής κακοήθειας νεοπλάσματα αντιμετωπίζονται με επιφανειακή παρωτιδεκτομή, ενώ τα υψηλής κακοήθειας νεοπλάσματα απαιτούν ολική παρωτιδεκτομή με συνοδό καταστροφή και του προσωπικού νεύρου. Σε υψηλής κακοήθειας νεοπλάσματα είναι επίσης πιθανό να απαιτηθεί λεμφαδενικός καθαρισμός και χημειο- ή ακτινοθεραπεία.
• Η ακριβής ταξινόμηση των νεοπλασμάτων των σιελογόνων είναι εφικτή στην πλειονότητα των περιπτώσεων.
• Η διάκριση των δύο πιο συχνών όγκων των σιελογόνων, δηλαδή του όγκου του Warthin και του πλειόμορφου αδενώματος, είναι εξαιρετικά ευχερής κυτταρολογικά. Η συντηρητική εκτομή είναι η θεραπεία εκλογής τόσο των καλοήθων νεοπλασμάτων όσο και των χαμηλού βαθμού κακοήθειας καρκινωμάτων.
• Η διάκριση ανάμεσα σε υψηλού και σε χαμηλού βαθμού κακοήθειας νεοπλάσματα είναι σχεδόν πάντα εφικτή σε κυτταρολογικό επίπεδο.

Αντενδείξεις

Οι σημαντικότερες αντενδείξεις είναι:
• Η αιμορραγική διάθεση (που μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό αιματώματος) και
• Η οξεία σιελαδενίτιδα (η οποία είναι εξαιρετικά επώδυνη κατά την παρακέντηση).

Επιπλοκές

Οι επιπλοκές της παρακέντησης είναι πολύ σπάνιες. Οι πιο συχνά παρατηρούμενες επιπλοκές είναι:
• Η αιμορραγία
• Η φλεγμονή και
• Η νευραλγία του προσωπικού νεύρου.

• Σε μερικές περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί ο σχηματισμός αιμορραγικού εμφράκτου, ειδικά σε νεοπλάσματα όπως το ογκοκύτωμα, ο όγκος του Warthin και τα καρκινώματα από κύτταρα αδενοκυψελών.
• Διασπορά καρκινικών κυττάρων έχει αναφερθεί σε ελάχιστες περιπτώσεις.

Διαγνωστικές κατηγορίες - Κλινική ερμηνεία

Εξεδόθη η πολυαναμενόμενη νέα ταξινόμηση των κυτταρολογικών διαγνώσεων κατά Μιλάνο 2016.

Συνοπτικά οι νέες διαγνωστικές κατηγορίες έχουν ως εξής :

κατηγορία 1 Μη διαγνωστικό υλικό
κατηγορία 2 Μη νεοπλασματική εξεργασία
κατηγορία 3 AUS (μη διαγνωστική ατυπία)
κατηγορία 4α Καλόηθες νεόπλασμα
κατηγορία 4β Νεόπλασμα απροσδιόριστα κακοήθους βιολογικής συμπεριφοράς ( Salivary Gland Neoplasm of Undetermined Malignant Potential - SUMP)
κατηγορία 5 Ύποπτο για κακοήθεια
κατηγορία 6 Θετικό για κακοήθεια

Ακρίβεια - Αξιοπιστία

• Η διαγνωστική ευαισθησία και ειδικότητα για την ανίχνευση νεοπλασματικών εξεργασιών των σιελογόνων υπερβαίνει το 90%. Η διάκριση ανάμεσα σε καλοήθη και κακοήθη νεοπλάσματα έχει ευαισθησία 80-90% και ειδικότητα μεγαλύτερη από 90%. Η διαγνωστική ακρίβεια είναι μικρότερη όταν επιχειρείται να τεθεί ακριβής διάγνωση.
• Η πιο συχνή αιτία ψευδώς αρνητικών διαγνώσεων είναι η ανεπαρκής δειγματοληψία, η οποία παρατηρείται συχνότερα σε κυστικοποιημένες βλάβες. Για να αποφευχθούν οι ψευδώς αρνητικές διαγνώσεις, θα πρέπει κάθε κυστική αλλοίωση των σιελογόνων να εκκενώνεται πλήρως κατά την παρακέντηση. Σε περίπτωση που κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό ή η κύστη υποτροπίασε μετά την παρακέντηση, είναι πιθανόν να χρειαστεί χειρουργική εξαίρεση της βλάβης.
• Η παρουσία άφθονου αίματος ή φλεγμονής δυσχεραίνουν την ακριβή κυτταρολογική διάγνωση.

Χρήσιμες πληροφορίες - Κλινικο-εργαστηριακή συσχέτιση

• Οι περισσότερες περιπτώσεις ψευδώς αρνητικών κυτταρολογικών απαντήσεων αφορούν σε κυστικοποιημένα νεοπλάσματα των σιελογόνων (όγκος Warthin, βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα).
• Περισσότερες από το 20% των παρακεντήσεων αποδίδουν μόνο φυσιολογικά κύτταρα των σιελογόνων αδένων. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για τον αποκλεισμό τυχόν λάθους κατά τη δειγματοληψία. Όταν υπάρχει κλινικά εμφανής εξεργασία η οποία αποδίδει μόνο φυσιολογικά κύτταρα, τότε η διαφορική διάγνωση μπορεί να περιλάβει ένα λίπωμα και μια σιαλαδένωση.
• Η οξεία σιαλαδενίτιδα σπάνια παρακεντάται, δεδομένου ότι η διάγνωσή της συνήθως τίθεται κλινικά με βάση τα συμπτώματα και το ιστορικό του ασθενούς. Η παρακέντησή της μπορεί να είναι επώδυνη. Μέρος του υλικού της παρακέντησης πρέπει να υποβάλλεται σε μικροβιολογικό έλεγχο. Σε περίπτωση υποψίας νεοπλασματικής εξεργασίας, συνιστάται η επανάληψη της παρακέντησης μετά την αποδρομή της φλεγμονής.
• Επώδυνη επίσης μπορεί να είναι η παρακέντηση μιας χρόνιας σιαλαδενίτιδας, η οποία μπορεί να οφείλεται σε σιαλολιθίαση ή σε προηγηθείσα ακτινοβολία στην περιοχή της κεφαλής και του τραχήλου. Χρόνια φλεγμονή παρατηρείται συχνότερα στον υπογνάθιο αδένα με τη μορφή ευδιάκριτης κλινικά μάζας.
• Η χρόνια σκληρυντική σιαλαδενίτιδα (όγκος του Kuttner) προσβάλλει συνήθως τον υπογνάθιο αδένα με τη μορφή συμπαγούς μάζας, η οποία μπορεί να εγείρει κλινικά υπόνοια κακοήθειας.
• Ο πιθανός λοιμώδης αιτιολογικός παράγων σε περιπτώσεις κοκκιωματώδους σιαλαδενίτιδας πρέπει να αποκλειστεί με καλλιέργεια μέρους του παρακεντήματος.
• Η σιαλαδένωση είναι μια συχνά αμφοτερόπλευρη, μη φλεγμονώδης, μη νεοπλασματική διόγκωση των σιελογόνων και ιδιαίτερα της παρωτίδας. Έχει βρεθεί ότι αναπτύσσεται σε έδαφος σακχαρώδη διαβήτη, διατροφικών ελλειμμάτων, αλκοολισμού, κίρρωσης του ήπατος και σε άτομα με ιστορικό λήψης αντιυπερτασικών φαρμακευτικών σκευασμάτων. Πριν τεθεί η κυτταρολογική διάγνωση της σιαλαδένωσης, πρέπει να έχει συνεκτιμηθεί η κλινική εικόνα και το ιστορικό του ασθενούς με σκοπό τον αποκλεισμό τυχόν κακοήθειας.
• Η λεμφοεπιθηλιακή σιαλαδενίτιδα (νόσος του Mikulicz) προσβάλλει συχνότερα γυναίκες, με τη μορφή συχνά αμφοτερόπλευρης, διάχυτης διόγκωσης των σιελογόνων και κυρίως της παρωτίδας. Πιστεύεται ότι πρόκειται για μια αυτοάνοση διαταραχή, η οποία παρατηρείται σχεδόν σε όλους τους πάσχοντες από σύνδρομο Sjögren. Ωστόσο, το 50% των ασθενών από νόσο του Mikulicz δεν πάσχουν από σύνδρομο Sjögren. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει τη χρόνια σιαλαδενίτιδα, τη λεμφοεπιθηλιακή κύστη, τις οφειλόμενες σε HIV λεμφοεπιθηλιακές κύστεις, τον όγκο του Warthin και κυρίως ένα MALT λέμφωμα.
• Οι κυστικές εξεργασίες αποτελούν το 5% του συνόλου των περιπτώσεων στις οποίες διενεργείται παρακέντηση διά λεπτής βελόνης. Οι μη νεοπλασματικές κύστεις μπορεί να είναι συγγενείς ή επίκτητες και αναπτύσσονται μέσα ή δίπλα στους σιελογόνους αδένες. Οι συγγενείς κύστεις περιλαμβάνουν τις δερμοειδείς και τις βραγχιακές. Οι απλές λεμφοεπιθηλιακές κύστεις απαντούν συνήθως στην παρωτίδα, σε μεσήλικες άνδρες, είναι δε μονήρεις και δεν συσχετίζονται αιτιολογικά με λοίμωξη από ιό HIV ή με σύνδρομο Sjögren. Η δημιουργία τους έχει αποδοθεί σε ενδοπαρωτιδικούς λεμφαδένες και σε βραγχιακά υπολείμματα. Οι λεμφοεπιθηλιακές κύστεις που οφείλονται σε λοίμωξη από ιό HIV είναι συνήθως πολλαπλές και συχνά αμφοτερόπλευρες. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση όλων αυτών των κύστεων περιλαμβάνει τη χρόνια σιαλαδενίτιδα, τον ενδοπαρωτιδικό λεμφαδένα, το λέμφωμα, τα κυστικά νεοπλάσματα των σιελογόνων (όγκος του Warthin, κυψελιδικό και βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα), καθώς επίσης και το κυστικοποιημένο πλακώδες καρκίνωμα. Κάθε υπολειμματική ή υποτροπιάζουσα μετά από παρακέντηση μάζα αυτής της κατηγορίας θεωρείται κλινικά ύποπτη για κακοήθεια και απαιτεί χειρουργική εξαίρεση και ιστολογικό έλεγχο.
• Οι μη νεοπλασματικές κύστεις που περιέχουν βλέννη μπορεί να είναι βλεννοκήλες ή κύστεις από κατακράτηση, απαντούν δε συχνότερα στον υπογνάθιο και τους υπογλώσσιους αδένες. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει τη χρόνια σιαλαδενίτιδα με πλακώδη μετάπλαση και ένα χαμηλής διαφοροποίησης βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα. Και εδώ ισχύει το ίδιο, δηλαδή ότι κάθε υπολειμματική ή υποτροπιάζουσα μετά από παρακέντηση μάζα αυτής της κατηγορίας θεωρείται κλινικά ύποπτη για κακοήθεια και απαιτεί χειρουργική εξαίρεση και ιστολογικό έλεγχο.
• Το πλειόμορφο αδένωμα (μικτός όγκος της παρωτίδας) είναι ο συχνότερος όγκος όλων των σιελογόνων αδένων. Αποτελεί το 50% των όγκων των σιελογόνων και το 66% του συνόλου των όγκων των σιελογόνων αδένων. Η παρακέντησή του είναι χαρακτηριστικά ανώδυνη. Λόγω του ότι η κατανομή των διαγνωστικών κυτταρολογικών ευρημάτων δεν είναι ομοιόμορφη μέσα στον όγκο, συστήνεται η παρακέντηση να διενεργείται σε περισσότερα του ενός σημεία και τα περάσματα της βελόνας από την υπό διερεύνηση μάζα να είναι πολλαπλά.
• Το μυοεπιθηλίωμα είναι ένα σπάνιο νεόπλασμα των σιελογόνων με παρόμοια κλινική εικόνα με αυτή του μικτού όγκου της παρωτίδας, από το οποίο πρέπει να γίνει και διαφορική διάγνωση.
• Το βασικοκυτταρικό αδένωμα απαντά συχνότερα στην παρωτίδα και η κλινική του εικόνα μοιάζει με αυτή του πλειόμορφου αδενώματος. Η κλινική του εξέλιξη μπορεί να είναι πολύ άσχημη, στο δε έδαφός του μπορεί να αναπτυχθούν άλλα νεοπλάσματα. Σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι εφικτή μια σαφής κυτταρολογική διάγνωση, οπότε είναι απαραίτητη η συνεργασία με τον κλινικό ιατρό, με σκοπό την όσο το δυνατόν καλύτερη αντιμετώπιση του περιστατικού. Η διενέργεια ταχείας διεγχειρητικής βιοψίας είναι απαραίτητη στις περιπτώσεις αυτές, πριν ο χειρουργός προβεί σε επιθετική χειρουργική επέμβαση.
• Ο όγκος του Warthin (κυσταδενολέμφωμα) απαντά συνήθως στην παρωτίδα και την περιπαρωτιδική περιοχή. Αποτελεί το δεύτερο σε συχνότητα νεόπλασμα των σιελογόνων, αποτελώντας το 5-10% του συνόλου των νεοπλασμάτων που αναπτύσσονται στην περιοχή. Απαντά συχνότερα σε άνδρες ηλικίας 50-79 ετών, αρκετές δε φορές μπορεί να είναι αμφοτερόπλευρος. Κατά την ψηλάφηση κλυδάζει, ενώ κατά την παρακέντηση αποδίδει καφεπράσινο υγρό.
• Το ογκοκύτωμα αποτελεί το 1-3% του συνόλου των όγκων των σιελογόνων. Είναι ένα καλόηθες νεόπλασμα, το οποίο κλινικά εμφανίζεται με τη μορφή ψηλαφητού, περίγραπτου ογκιδίου. Απαντά συχνότερα στην παρωτίδα, σε άτομα ηλικίας 70-90 ετών. Αυτό το νεόπλασμα πολύ σπάνια παρατηρείται σε άτομα ηλικίας μικρότερης των 50 ετών. Η κυτταρολογική διάγνωση τίθεται εξ αποκλεισμού.
• Το βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα αποτελεί το συχνότερο κακόηθες νεόπλασμα των μείζονων και ελασσόνων σιελογόνων αδένων. Επίσης, αποτελεί το συχνότερο αίτιο ψευδώς αρνητικών κυτταρολογικών απαντήσεων σε παρακεντήσεις σιελογόνων αδένων. Η κυτταρολογική διάγνωση μπορεί να διακρίνει ανάμεσα σε έναν όγκο χαμηλής και υψηλής κακοήθειας. Η θεραπεία εκλογής για τους όγκους χαμηλής κακοήθειας είναι χειρουργική εκτομή και για τους όγκους υψηλής κακοήθειας, η ευρεία εκτομή με συνδυασμό ακτινοθεραπείας και λεμφαδενικού καθαρισμού. Οι όγκοι χαμηλής κακοήθειας είναι συχνά κυστικοποιημένοι, στην κυτταρολογική δε διαφορική τους διάγνωση περιλαμβάνονται η βλεννοκήλη και η βλεννώδης μετάπλαση σε έδαφος σιαλολιθίασης, όγκου Warthin και πλειομόρφου αδενώματος. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση του υψηλής κακοήθειας βλεννοεπιδερμοειδούς καρκινώματος περιλαμβάνει το πλακώδες καρκίνωμα και το καρκίνωμα των σιαλικών πόρων.
• Το κυψελιδικό καρκίνωμα αποτελεί το δεύτερο σε συχνότητα κακόηθες νεόπλασμα των σιελογόνων. Πιο συγκεκριμένα, αποτελεί το 17% των καρκινωμάτων
και το 4-6% του συνόλου των νεοπλασμάτων που αναπτύσσονται στην περιοχή. Είναι χαμηλού βαθμού κακοήθειας, έχει δε την τάση να υποτροπιάζει τοπικά ή να μεθίσταται στους επιχώριους λεμφαδένες ή σε απομακρυσμένα όργανα. Αναπτύσσεται συχνότερα στην παρωτίδα, σε γυναίκες με μέση ηλικία τα 44 έτη, ωστόσο είναι δυνατόν να παρατηρηθεί σε όλες σχεδόν τις ηλικίες. Στο 3% των περιπτώσεων αναπτύσσεται αμφοτερόπλευρα. Η κλινική του εικόνα είναι αυτή μιας περίγραπτης, ευκίνητης διογκούμενης μάζας, η οποία δυνατόν να είναι επώδυνη. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει το φυσιολογικό ιστό των σιελογόνων, τη σιαλαδένωση, τη χρόνια σιαλαδενίτιδα, το ογκοκύτωμα, τον όγκο του Warthin, το βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα, το σμηγματογόνο καρκίνωμα και τα διαυγοκυτταρικά νεοπλάσματα (μεταστατικό νεφροκυτταρικό καρκίνωμα, ογκοκυτταρικό καρκίνωμα).
• Το αδενοκυστικό καρκίνωμα απαντά συχνότερα στον υπογνάθιο αδένα. Η κλινική του πορεία είναι παρατεταμένη, ωστόσο η μακροχρόνια πρόγνωσή του είναι κακή. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει το βασικοκυτ- ταρικό αδένωμα, το πλειόμορφο αδένωμα, το μυοεπιθηλίωμα, το επιθηλιακό- μυοεπιθηλιακό καρκίνωμα, το εκκρινές κυλίνδρωμα και το πλειόμορφο αδενοκαρκίνωμα. Δεδομένης της πληθώρας των όγκων που μιμούνται κυτταρολογικά το αδενοκυστικό καρκίνωμα, καλό είναι η διάγνωσή του να τίθεται μόνο εφόσον υπάρχει κλινική ένδειξη κακοήθειας.
• Ο κακοήθης μικτός όγκος (καρκινοσάρκωμα και καρκίνωμα εκ πλειομόρφου αδενώματος) αναπτύσσεται στο 5% των καλοήθων μικτών όγκων, με τη μορφή ανώδυνης επίμονης διόγκωσης η οποία ξαφνικά αρχίζει να αναπτύσσεται γρήγορα και να γίνεται επώδυνη. Η ύπαρξη ιστορικού πλειομόρφου αδενώματος είναι απαραίτητη προκειμένου να τεθεί η διάγνωση. Συνήθως ο όγκος υποτροπιάζει τοπικά ή χορηγεί απομακρυσμένες μεταστάσεις, πολλές φορές δε οδηγεί στο θάνατο. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει ένα βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα, ένα καρκίνωμα των σιαλικών πόρων και ένα μεταστατικό καρκίνωμα.
• Το καρκίνωμα των σιαλικών πόρων απαντά συνήθως στην παρωτίδα ηλικιωμένων ανδρών, έχει δε επιθετική κλινική πορεία. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει το βλεννοεπιδερμοειδές, το καρκίνωμα εκ πλειομόρφου αδενώματος και ένα μεταστατικό αδενοκαρκίνωμα.
• Το βασικοκυτταρικό αδενοκαρκίνωμα αποτελεί το 2% των καρκινωμάτων των σιελογόνων. Απαντά συχνότερα στην παρωτίδα, είναι όγκος χαμηλής κακοήθειας, με καλή πρόγνωση, αλλά με τάση τοπικής υποτροπής. Μεταστάσεις του νεοπλάσματος αυτού είναι πολύ σπάνιες. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει το βασικοκυτταρικό αδένωμα, το αδενοκυστικό καρκίνωμα, το μεταστατικό βασικοκυτταρικό καρκίνωμα, το βασικοκυτταροειδές πλακώδες καρκίνωμα, το σμηγματογόνο καρκίνωμα, το καρκίνωμα από κύτταρα Merkel και το μικροκυτταρικό αδιαφοροποίητο καρκίνωμα.
• Το επιθηλιακό-μυοεπιθηλιακό καρκίνωμα είναι ένας χαμηλής κακοήθειας όγκος, με τοπικά επιθετική συμπεριφορά. Αποτελεί λιγότερο από 1% του συνόλου των νεοπλασμάτων των σιελογόνων και στο 75% των περιπτώσεων απαντά στην παρωτίδα. Η μέση ηλικία εμφάνισής του είναι τα 62 έτη, η δε συχνότητά του είναι διπλάσια στον γυναικείο πληθυσμό. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει το αδενοκυστικό καρκίνωμα, τους βασικοκυτταροειδείς όγκους, το μυοεπιθηλιακό καρκίνωμα, το πλειόμορφο αδένωμα, το πλειόμορφο αδενοκαρκίνωμα, το μεταστατικό νεφροκυτταρικό καρκίνωμα και όλα, γενικά, τα διαυγοκυτταρικά νεοπλάσματα.
• Στην κατηγορία των διαυγοκυτταρικών νεοπλασμάτων περιλαμβάνονται το πλειόμορφο αδένωμα, το μυοεπιθηλίωμα, το μυοεπιθηλιακό καρκίνωμα, το ογκοκύτωμα, το λίπωμα, το κυψελιδικό καρκίνωμα, το επιθηλιακό-μυοεπιθηλιακό καρκίνωμα, το βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα, το υαλοειδοποιούμενο διαυγοκυτταρικό καρκίνωμα, το μεταστατικό νεφροκυτταρικό καρκίνωμα και το σμηγματογόνο αδένωμα και καρκίνωμα.
• Το πρωτοπαθές μικροκυτταρικό καρκίνωμα αποτελεί κυτταρολογική διάγνωση που τίθεται εξ αποκλεισμού. Αποτελεί το 1-2% των όγκων των μείζονων σιελογόνων αδένων. Εμφανίζει μέση ηλικία διάγνωσης τα 56 έτη και είναι πολύ συχνότερο σε άνδρες. Η γενική του πρόγνωση είναι πολύ κακή. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει το λέμφωμα, το αδενοκυστικό καρκίνωμα, το βασικοκυτταροειδές πλακώδες καρκίνωμα, το μεταστατικό μικροκυτταρικό καρκίνωμα και το καρκίνωμα από κύτταρα Merkel.
• Το λεμφοεπιθηλιακό καρκίνωμα είναι αποδιαφοροποιημένος όγκος με επιθετική κλινική πορεία. Αποτελεί λιγότερο από 0,5% των όγκων των σιελογόνων αδένων. Εμφανίζει μέση ηλικία διάγνωσης τα 40 έτη. Η κυτταρολογική διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει το μεταστατικό ρινοφαρυγγικό καρκίνωμα, το λέμφωμα και το κακόηθες μελάνωμα.
• Τα μεταστατικά νεοπλάσματα στους σιελογόνους μπορούν να διαγνωσθούν με τη βοήθεια της κυτταρολογικής εξέτασης. Στην πλειονότητά τους είναι πλακώδη καρκινώματα και μελανώματα.
• Κάθε φυσιολογική παρωτίδα περιέχει περισσότερους από 20 λεμφαδένες, πράγμα που σημαίνει ότι δεν αποκλείεται η ανάπτυξη πρωτοπαθούς λεμφώματος στην περιοχή. Τα πρωτοπαθή λεμφώματα αποτελούν το 2-5% των νεοπλασμάτων των σιελογόνων. Τα περισσότερα είναι Β κυτταρικής αρχής μη Hodgkin λεμφώματα.
• Δυσκολίες όσον αφορά στην κυτταρολογική διάγνωση μπορούν να εγείρουν τα βασικοκυτταροειδή (εκ μικρών κυττάρων) νεοπλάσματα και η συμπαγής μορφή του αδενοκυστικού καρκινώματος. Στις περιπτώσεις αυτές η ακριβής κυτταρολογική διάγνωση δεν είναι πολλές φορές εφικτή και απαιτείται ταχεία διεγχειρητική βιοψία προκειμένου να τυποποιηθεί επακριβώς η υπό διερεύνηση εξεργασία.
• Ταχεία διεγχειρητική βιοψία απαιτείται επίσης στις ογκοκυτταρικές αλλοιώσεις (ειδικά το ογκοκύτωμα και το καρκίνωμα από κυψελιδικά κύτταρα), στις κύστεις που περιέχουν βλέννη (πρόβλημα διαφορικής διάγνωσης ανάμεσα σε βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα, βλεννοκήλη και βλεννώδη μετάπλαση), στα υψηλού βαθμού κακοήθειας καρκινώματα (βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα, καρκίνωμα των σιαλικών πόρων και καρκίνωμα εκ πλειόμορφου αδενώματος), στα «διαυγοκυτταρικά» νεοπλάσματα και στις ατρακτοκυτταρικές αλλοιώσεις (μυοεπιθηλίωμα και σβάνωμα).
• Τα περισσότερα νεοπλάσματα των σιελογόνων είναι συμπαγή και ανώδυνα, παρά το ότι ο όγκος του Warthin είναι συχνά κλυδάζων.
• Κυστικοποίηση παρατηρείται συχνά στον όγκο του Warthin, στο βλεννοεπιδερμοειδές και στο κυψελιδικό καρκίνωμα.
• Αμφοτερόπλευρη προσβολή των σιελογόνων μπορεί να παρατηρηθεί στον όγκο του Warthin, σε κυψελιδικό καρκίνωμα, σε λεμφοεπιθηλιακές κύστεις, σε σιαλαδενίτιδα και σε λέμφωμα.

Γιατί να επιλέξει κάποιος το κέντρο μας για να κάνει παρακέντηση σιελογόνων αδένων;

Δημιουργήσαμε ένα χώρο με άμεση πρόσβαση (δίπλα στο σταθμό ΜΕΤΡΟ Κατεχάκη) με πολύ μεράκι και αγάπη, με σκοπό να δώσουμε σε όλους τη δυνατότητα να μας γνωρίσουν και να κάνουν στο κέντρο μας αυτή την τόσο σημαντική ιατρική εξέταση.Εμείς κάνουμε ταυτόχρονα και τη λήψη και τη διάγνωση των κυτταρολογικών εξετάσεων σιελογόνων αδένων.

Πέραν όμως του πολύ χαμηλού οικονομικού κόστους, οι υπηρεσίες μας είναι πολύ υψηλής ποιότητας και για το λόγο αυτό είμαστε ένα από τα ελάχιστα κυτταρολογικά εργαστήρια στην Ελλάδα που έχουν διαπιστευθεί κατά ELOT EN ISO 15189. Η πιστοποίησή μας αυτή δεν είναι κενό γράμμα, αλλά αντανακλά την συνολική προσπάθειά μας να παρέχουμε αξιόπιστες, διεθνώς αναγνωρισμένες ιατρικές υπηρεσίες, εφαρμόζοντας ένα Σύστημα Ολικής Διαχείρισης Ποιότητας και δίνοντας σημασία σε όλες αυτές τις λεπτομέρειες που μας φέρνουν πιο κοντά στα σύγχρονα Ευρωπαϊκά Πρότυπα. Επιγραμματικά και μόνο θα αναφερθώ σε μερικά από τα χαρακτηριστικά που μας κάνουν να ξεχωρίζουμε:

Άνετοι και λειτουργικοί χώροι δειγματοληψίας
Μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας (δύο μηχανήματα κυτταρολογίας υγρής φάσης, σύστημα αυτόματης χρώσης, κυτταροφυγόκεντροι, μικροσκόπια με καμέρα)
Άριστα εκπαιδευμένο προσωπικό
Οι 4 ιατροί κυτταρολόγοι του κέντρου μας είναι καταξιωμένοι επιστήμονες διεθνούς εμβέλειας, με πλούσιο επιστημονικό έργο
Τηρούμε πλήρες αρχείο πλακιδίων και παραπεμπτικών σε βάθος 10ετίας
Εφαρμόζουμε μέτρα εσωτερικού ελέγχου ποιότητας
Συμμετέχουμε σε προγράμματα εξωτερικού ελέγχου ποιότητας
Κάθε εξέταση μικροσκοπείται από 2 τουλάχιστον κυτταρολόγους
Έκδοση απάντησης εντός 24 ωρών
Απάντηση με εικόνες από αντιπροσωπευτικές θέσεις
Σχολιασμός εικόνων από ειδικό κυτταρολόγο
Δωρεάν παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, εαν χρειαστεί από τον Επιστημονικό διευθυντή και τους γιατρούς μας

Οι παρακεντήσεις στο κέντρο μας γίνονται αποκλειστικά με απεικονιστική καθοδήγηση και όχι τυφλά, από εξαιρετικά έμπειρους ακτινολόγους. Το κυτταρολογικό υλικό μικροσκοπείται επιτόπου από δύο τουλάχιστον κυτταρολόγους και η απάντηση εκδίδεται αυθημερόν. Σκοπός μας είναι η ελαχιστοποίηση του χρόνου που μεσολαβεί μεταξύ δειγματοληψίας και έκδοσης τελικής κυτταρολογικής απάντησης με σκοπό την εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής εξυπηρέτησης των εξεταζομένων, τον μηδενισμό των περιπτώσεων λήψης ανεπαρκούς δείγματος, την επιτόπου κλινικοεργαστηριακή συνεκτίμηση και την άμεση συμβουλευτική παρέμβαση- επεξήγηση των κυτταρολογικών διαγνώσεων