Είστε εδώ

Τεστ Παπανικολάου (Παπ τεστ / Pap test)

Το τεστ Παπανικολάου (ή τεστ Παπ) είναι μια ιατρική εξέταση κατά την οποία λαμβάνεται δείγμα κυττάρων από τον τράχηλο της μήτρας – το τμήμα της που εκτείνεται από το άκρο της μήτρας έως τον κόλπο. Με αυτό μπορεί να διαγνωστεί εγκαίρως ένας καρκίνος που ετησίως προσβάλλει 473.000 γυναίκες σε όλο τον κόσμο και κοστίζει τη ζωή σε 253.000.

Το τεστ Παπ γίνεται με λήψη επιχρίσματος από τον τράχηλο της μήτρας και τον κόλπο με μία ειδική «σπάτουλα» (μοιάζει με μπατονέτα), η οποία δεν προκαλεί καθόλου πόνο. Τα κύτταρα του επιχρίσματος ελέγχονται στο μικροσκόπιο, για να εντοπιστούν τυχόν ύποπτες αλλοιώσεις και έτσι να ανιχνευτεί εγκαίρως ένας καρκίνος ο οποίος στην χώρα μας αντιπροσωπεύει το περίπου 3,5% των νέων, ετήσιων κρουσμάτων καρκίνου (υπολογίζεται ότι τον αναπτύσσουν 600 Ελληνίδες κάθε χρόνο).

Το τεστ Παπ είναι μια πολύ σημαντική εξέταση η οποία στην ουσία θεωρείται προληπτική για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Και αυτό, διότι μπορεί να διαγνώσει εγκαίρως προκαρκινικές καταστάσεις – με άλλα λόγια, αλλοιώσεις στα κύτταρα οι οποίες ναι μεν δεν έχουν γίνει ακόμα καρκίνος, αλλά μπορεί να μεταπέσουν σε καρκίνο εάν δεν αντιμετωπιστούν με την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.

Η αξία του τεστ στην πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας έχει τεκμηριωθεί μέσα από μεγάλες κλινικές μελέτες. Όταν εφαρμόστηκε σε ελεγχόμενους (κλειστούς, μη μετακινούμενους) πληθυσμούς στις Σκανδιναβικές Χώρες, διαπιστώθηκε δραματική μείωση της συχνότητας του καρκίνου του τραχήλου: τα κρούσματα μειώθηκαν κατά τουλάχιστον 60%.

Αν και το τεστ Παπ έχει υψηλή ευαισθησία, δηλαδή μπορεί να ανιχνεύει κάθε είδους κυτταρικές αλλοιώσεις, έχει δεχτεί αρνητικές κριτικές, κυρίως όσον αφορά τα «ψευδώς αρνητικά» αποτελέσματά του – δηλαδή το να κάνει μια γυναίκα τεστ Παπ, να βγει αυτό αρνητικό αλλά τελικά η γυναίκα να έχει καρκίνο. Το ποσοστό των ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων μπορεί να φτάσει και το 40%, αλλά αυτό μόνον εάν γίνεται σποραδικά. Εάν όμως γίνεται κάθε χρόνο, το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 1%, γεγονός που σημαίνει ότι είναι μια πάρα πολύ αξιόπιστη εξέταση.

Στη συντριπτική πλειονότητα των γυναικών, το τεστ εντοπίζει τις μικροσκοπικές κυτταρικές αλλοιώσεις πριν προλάβουν να εξαλλαχτούν σε καρκινικές, όταν η αντιμετώπισή τους είναι πιο εύκολη.

Tο τεστ Παπ δεν μπορεί να ανιχνεύσει άλλες μορφές καρκίνου, όπως αυτοί των ωοθηκών ή του σώματος της μήτρας (το σώμα της μήτρας είναι το κυρίως τμήμα της, που βρίσκεται πάνω από τον τράχηλο). Οι καρκίνοι σε αυτές τις ανατομικές θέσεις μπορεί να εντοπιστούν στη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης ή των άλλων εξετάσεων (λ.χ. υπερηχογράφημα), που συχνά γίνονται μαζί με το τεστ Παπ.

Ωστόσο, το τεστ Παπ έχει τη δυνατότητα να ανιχνεύσει τον καρκίνο του κόλπου ο οποίος είναι συνηθέστερος στις μεγάλες ηλικίες (μετά τα 55-60 έτη), γι’ αυτό και συνιστάται να γίνεται έως τα βαθιά γηρατειά.

Εάν το τεστ Παπ δείξει κάτι ύποπτο, συνιστάται περαιτέρω έλεγχος στη γυναίκα, με κολποσκόπηση και λήψη ιστικών δειγμάτων από τον τράχηλο για βιοψία.

Ποιες γυναίκες πρέπει να το κάνουν

Το τεστ Παπ πρέπει να γίνεται απ’ όλες τις γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας, από την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας και μετά, διότι ο καρκίνος του τραχήλου οφείλεται στον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV), ο οποίος μεταδίδεται σεξουαλικώς.

Στους άντρες, ο HPV δεν προκαλεί εμφανείς αλλοιώσεις και σπάνια προκαλεί προβλήματα, αλλά στις γυναίκες υπάρχει ευθεία συσχέτιση ορισμένων στελεχών του ιού αυτού με τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Οι παράγοντες κινδύνου για μόλυνση με ιό HPV είναι οι εναλλαγές ερωτικών συντρόφων, η έναρξη των ερωτικών επαφών σε μικρή ηλικία και οι πολλαπλοί ερωτικοί σύντροφοι.

Το τεστ συνιστάται να γίνεται μία φορά τον χρόνο έως την ηλικία των 65 ετών, ενώ μετά τα 65 πρέπει να γίνεται ανά 2 έως 3 έτη.

Εάν μία γυναίκα έχει κάνει το εμβόλιο HPV, θα πρέπει να συνεχίσει να κάνει και το τεστ Παπ. Τα εμβόλια HPV επινοήθηκαν και συνιστώνται στα κορίτσια και στις νέες γυναίκες για να τις προστατεύσουν από τον καρκίνο του τραχήλου. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα επιστημονικά δεδομένα, τα εμβόλια αυτά είναι υψηλής αποτελεσματικότητας, αλλά περιέχουν εκείνα τα στελέχη του ιού HPV που προκαλούν ποσοστό 75-80% των κρουσμάτων καρκίνου του τραχήλου. Επειδή όμως υπάρχει ένα 20% των περιπτώσεων που οφείλονται σε άλλα στελέχη του ιού, επιβάλλεται η συνέχιση του τεστ Παπ

  • Τα μυστικά της εξέτασης

    Το τεστ Παπ πρέπει να γίνεται όταν η γυναίκα δεν έχει έμμηνο ρύση. Η καλύτερη χρονική περίοδος για την εφαρμογή του είναι 10 έως 20 ημέρες έπειτα από την πρώτη μέρα της εμμήνου ρύσεως. Τις δύο ημέρες πριν από το τεστ, η γυναίκα πρέπει να αποφύγει τις κολπικές πλύσεις και την χρήση αφρού, κρέμας ή ζελ με σπερματοκτόνο, διότι υπάρχει περίπτωση να επηρεάσουν τα αποτελέσματα της εξέτασης.

    Αξίζει εδώ να σημειωθεί, ότι οι κολπικές πλύσεις γενικώς δεν συνιστώνται και πρέπει να αποφεύγονται διότι αλλοιώνουν το pH του κόλπου και ευνοούν την ανάπτυξη μικροβίων. Εξαίρεση αποτελούν ορισμένες περιπτώσεις κολπίτιδας, για τις οποίες ο γιατρός θα πει εάν χρειάζονται κολπικές πλύσεις ή όχι.

    Η εγκυμοσύνη δεν αποτελεί αντένδειξη για το τεστ Παπ. Η εξέταση δεν έχει καμία γνωστή ιατρική συνέπεια και συνεπώς μπορεί με ασφάλεια να γίνει ακόμα και σε μία έγκυο. 

    Συνοπτικά το τεστ Παπανικολάου αποτελεί παγκοσμίως την απλούστερη, ταχύτερη και ασφαλέστερη μέθοδο πρόληψης του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας, η οποία στα χέρια έμπειρου και εξειδικευμένου στον τομέα αυτόν κυτταρολόγου εμφανίζει μεγάλη διαγνωστική ακρίβεια .  Η εμπειρία του κυτταρολόγου στην ερμηνεία του τεστ Παπ είναι πολύ σημαντική. Αυξανόμενης της εμπειρίας, αυξάνεται η διαγνωστική ακρίβεια της μεθόδου. Το ιατρικό προσωπικό του Κυτταρολογικού Τμήματος του ALPHA PROLIPSIS έχει 10ετή εμπειρία τόσο στη διενέργεια  όσο στην ερμηνεία των ευρημάτων και τη διάγνωση, με μεγάλο αριθμό ανακοινώσεων σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια και δημοσιεύσεων σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά

    Για την εξασφάλιση της βέλτιστης αναπαραγωγιμότητας και αξιοπιστίας, όλες οι εξετάσεις μικροσκοπούνται από τρεις διαφορετικούς ιατρούς κυτταρολόγους.  Επιπλέον για την εξασφάλιση ιχνηλασιμότητας, όλες οι απαντήσεις συνοδεύονται από εικόνες αντιπροσωπευτικών θέσεων και σχολιασμό αυτών.

    Στο Εργαστήριό μας εφαρμόζεται η πλέον σύγχρονη Διαγνωστική Ταξινόμηση σύμφωνα με το Σύστημα Bethesda 2014

    Συμβουλές Υγείας 

    Τι είναι το τεστ Παπανικολάου;

    Τεστ Παπανικολάου ονομάζεται μια κυτταρολογική εξέταση. Ένας έλεγχος των κυττάρων στην γενετική περιοχή. Οι πληροφορίες που μας δίνει είναι σε τι κατάσταση βρίσκονται τα κύτταρα που έχουμε ελέγξει. Είναι μια βασική εξέταση χαμηλού κόστους, που ελέγχει μεγάλες μάζες πληθυσμού. Φθηνή, σύντομη και απλή διαδικασία.

    Τι Δεν είναι το τεστ Παπανικολάου;

    Το τεστ ΔΕΝ είναι μέθοδος γιά να ανιχνευθούν μικρόβια στον κόλπο (κολπίτις), ΔΕΝ χρησιμεύει γιά να βρεθούν σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, ΔΕΝ χρησιμεύει γιά να βρεθεί η αιτία πόνων «χαμηλά», ΔΕΝ ελέγχει γιατί δεν είναι τακτική η περίοδος, ΔΕΝ βρίσκει των καρκίνο των ωοθηκών ή του ενδομητρίου, ΔΕΝ βρίσκει ινομυώματα, ΔΕΝ βρίσκει κύστεις στις ωοθήκες, ΔΕΝ βρίσκει αν είστε έγκυος κλπ. Γιά όλες αυτές τις καταστάσεις υπάρχουν ειδικές εξετάσεις που ο Γυναικολόγος θα σας προτείνει.

    Τι είναι αυτό που ελέγχει μια τέτοια εξέταση;

    Πολλές γυναίκες πιστεύουν ότι θα κάνουν τεστ Παπανικολάου για να δουν αν έχουν κάποιο μικρόβιο. Το τεστ δεν είναι μικροβιολογική εξέταση, δεν ανιχνεύει μικρόβια. Ανιχνεύει την κατάσταση των κυττάρων που θα πρέπει να είναι φυσιολογικά. Πραγματοποιείται για να δούμε αλλοιώσεις στα κύτταρα. Αν τα κύτταρα έχουν υποστεί κάποια βλάβη τέτοια, που να οδηγεί σε καρκινικές αλλοιώσεις. Σε προκαρκινικές αλλοιώσεις αρχικά ή για να διαγνώσουμε αν υπάρχει καρκίνος.

    Τι είναι αυτό που προλαμβάνει;

    Το τεστ προλαμβάνει όλες τις μορφές καρκίνου του τραχήλου και του κόλπου της μήτρας. Γι' αυτό το λόγο άλλωστε ελέγχουμε και αυτές τις περιοχές. Αν μια γυναίκα κάνει περιοδικά και τακτικά τον έλεγχό της είναι αδύνατο να υπάρξει ένας καρκίνος σε επίπεδο τραχήλου και να μην διαγνωσθεί. Αρκεί να τηρείται η επαναληψιμότητα του έτους. Δεν μπορεί μια γυναίκα που έχει εντελώς φυσιολογικά κύτταρα, μέσα σε 12 μήνες να παρουσιάσει καρκινικά κύτταρα.

    Κάθε πότε πρέπει να επαναλαμβάνεται;

    Πρέπει να επαναλαμβάνεται σε ετήσια βάση, δηλαδή μία φορά το χρόνο. Μία γυναίκα που επισκέπτεται κάθε χρόνο το γυναικολόγο της και κάνει κάθε χρόνο τεστ παπ, δεν θα πάθει ποτέ καρκίνο στον τράχηλο.

    Πόσο καιρό περιμένω γιά τα αποτελέσματα;

    Συνήθως 1-2 εργάσιμες ημέρες.

    Τι διαφορά έχει το τεστ Παπανικολάου από τη κολποσκόπηση και τη βιοψία;

    Στο τεστ Παπανικολάου συλλέγουμε ένα δείγμα κυττάρων από ολόκληρη την επιφάνεια του τραχήλου της μήτρας και από τον ενδοτραχηλικό σωλήνα. Εάν αργότερα στην εξέταση των κυττάρων αυτών στο μικροσκόπιο ο γιατρός βρει κάποια άτυπα κύτταρα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την ακριβή θέση από την οποία προέρχονται. Η βιοψία προσφέρει ακριβή διάγνωση αλλά με μια προϋπόθεση: Να ληφθεί από το σωστό σημείο. Για να πάρουμε βιοψία από τη σωστή περιοχή πρέπει να γίνει κολποσκόπηση. Ο γιατρός που θα κάνει την κολποσκόπηση πρέπει να είναι εξειδικευμένος. Εάν δεν είναι, μπορεί να πάρει βιοψία από λάθος περιοχή και τα αποτελέσματα να είναι παραπλανητικά.

    Ποιός ιατρός κάνει το τεστ Παπανικολάου;

    Είναι μια εξέταση στην οποία συνεργάζονται δύο ιατρικές ειδικότητες. Ο Γυναικολόγος κάνει τη λήψη κατά την διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης. Ο Κυτταρολόγος εξετάζει το δείγμα στο μικροσκόπιο και γράφει την έκθεση με το αποτέλεσμα. Την έκθεση πρέπει να δει ο Γυναικολόγος, ο οποίος θα συνεκτιμήσει την κλινική εικόνα που είχε δει και θα συμβουλεύσει την ασθενή για πρόσθετες εξετάσεις αν χρειάζονται, πιθανή θεραπεία ή πότε να έλθει για επανέλεγχο.

    Γιατί να κάνω τεστ Παπανικολάου;

    Τακτικά τεστ Παπανικολάου (Παπ τεστ / Pap test) συμβάλλουν στην πρόληψη του καρκίνου της μήτρας. Τα κύτταρα του τράχηλου της μήτρας μπορεί να εξελίσσονται χωρίς να υπάρχουν συμπτώματα ή πόνος. Ακόμα και μικρές αλλοιώσεις στα κύτταρα μπορούν να εξελιχθούν σε καρκίνο αν δεν αντιμετωπιστούν με θεραπεία. Επίσης με το Παπ τεστ ελέγχεται η ορμονική λειτουργία όπως και η χορήγηση ορμονικών σκευασμάτων. Τέλος ανιχνεύονται φλεγμονές του κόλπου ή του τραχήλου (κολπίτιδες, τραχηλίτιδες) καθώς και οι αιτιολογικοί τους παράγοντες (μικρόβια, μύκητες, τριχομονάδες, ιοί κ.ά.)

    Πώς γίνεται;

    Η λήψη των κυττάρων γίνεται με τον εξής τρόπο: Μπαίνουμε στον κόλπο από όπου αφαιρούμε μια στιβάδα κυττάρων από την περιοχή του κόλπου. Μια άλλη στιβάδα από το επίπεδο του τραχήλου της μήτρας, από την εξωτερική του επιφάνεια. Και τρίτον, μία τελευταία στιβάδα κυττάρων, που λαμβάνεται με ένα ειδικό βουρτσάκι, από την εσωτερική περιοχή του τραχήλου, την ενδοτράχηλο.

    Σε ποια ηλικία πρέπει να ξεκινήσει το τεστ μια γυναίκα και πότε μπορεί να σταματήσει;

    ο τεστ πρέπει να ξεκινήσει 8 με 12 μήνες μετά την πρώτη σεξουαλική δραστηριότητα. Αν δηλαδή μια γυναίκα έχει την πρώτη της επαφή στα 14, στα 15 της χρόνια πρέπει να ξεκινήσει να κάνει την εξέταση Παπανικολάου. Αν έχει την πρώτη της σεξουαλική επαφή στα 28 της, στα 29 της χρόνια πρέπει να κάνει τεστ ΠΑΠ. Αν αυτή η επαφή γίνει στα 40, τότε το τεστ πρέπει να γίνει στα 41.

    Μια γυναίκα πρέπει να κάνει εξέταση κάθε χρόνο, όσο είναι σεξουαλικά ενεργή. Όταν μια γυναίκα είναι στην εμμηνόπαυση για αρκετά χρόνια, δεν αλλάζει συντρόφους, αλλά έχει σεξουαλική επαφή, μπορεί να μεταφέρει το τεστ Παπ στη διετία. Αν δεν έχει επαφή και είναι πολλά χρόνια στην εμμηνόπαυση, δηλαδή είναι σε ηλικία 75-80 ετών, εκεί θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν είναι απαραίτητο να πραγματοποιείται το τεστ Παπ.

    Απαιτείται κάποια προετοιμασία πριν το τεστ Παπανικολάου;

    Όπως περιγράψαμε, γίνεται συλλογή κυττάρων από την επιφάνεια του τραχήλου της μήτρας. Για το λόγο αυτό, δεν θα ήταν καλό να ληφθεί το τεστ τις ημέρες της έμμηνης ρύσης, αφού το αίμα της περιόδου θα έχει συμπαρασύρει κύτταρα από την επιφάνεια του τραχήλου. Είναι αυτονόητο, ότι η γυναίκα δεν πρέπει να κάνει κολπικές πλύσεις ή να χρησιμοποιήσει κολπικά gel και κρέμες, τις προηγούμενες 48 ώρες. Επίσης, θα ήταν καλό, να μην έχει προηγηθεί σεξουαλική επαφή το προηγούμενο 24ωρο.

    Γιατί θα έπρεπε να ζητήσω το Παπ τεστ υγρής φάσης;

    Το υγρής φάσης είναι η πρώτη πραγματική βελτίωση του τεστ Παπανικολάου από την πρωτοεμφάνισή του πριν 50 χρόνια. Αυτό το νέο εξελιγμένο τεστ ενισχύει την εμπιστοσύνη σας για την πιστότητα της εξέτασης. Αποκτήστε τον έλεγχο του σώματός σας και ζητήστε από το γιατρό σας το υγρής φάσης Παπ τεστ σήμερα.

    Με λίγα λόγια το υγρής φάσης PapTest αποτελεί μία σπουδαία καινοτομία στο χώρο της κυτταρολογικής εξέτασης καθώς είναι η πρώτη εξέλιξη του τεστ Παπανικολάου (τεστ Παπ) μετά από έξι δεκαετίες, που συμβάλλει καθοριστικά στη μείωση του ποσοστού του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Σήμερα είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος ελέγχου των γυναικών για καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, όντας σημαντικά πιο αποτελεσματικό από το συμβατικό Τεστ Παπ.

    Τον Μάιο του 1996, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) ενέκρινε την καθιέρωση της μεθόδου υγρής φάσης PapTest για να αντικαταστήσει τη συμβατική τεχνική, αναγνωρίζοντας ότι είναι σημαντικά πιο αποτελεσματική στην ανίχνευση τραχηλικών αλλοιώσεων. Σημαντικός αριθμός μελετών έχει μάλιστα επιπλέον επιβεβαιώσει την υπεροχή της μεθόδου υγρής φάσης, όχι μόνο σε ό, τι αφορά τα κολποτραχηλικά δείγματα, μα και σε όλα τα κυτταρολογικά δείγματα.

    Η Κυτταρολογία Υγρής Φάσης (LBC) έχει μεγαλύτερο κόστος από το παραδοσιακό τεστ Παπανικολάου. Έχει δύο πλεονεκτήματα: το πρώτο πλεονέκτημα είναι η καλύτερη εικόνα για τον κυτταρολόγο, κατά τη μικροσκοπική εξέταση, που έχει ως αποτέλεσμα την ανίχνευση περισσότερων LSIL. Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι, ότι το υλικό στο φιαλίδιο διατηρείται στο εργαστήριο και εάν κατά την εξέταση των κυττάρων στο μικροσκόπιο υπάρξει ένδειξη μόλυνσης από HPV ή αμφιλεγόμενη ατυπία, λόγω πιθανής λοίμωξης από ιό (κατηγορία ASCUS), μπορεί να γίνει αναζήτηση του HPV-DNA στο εργαστήριο και να διευκρινιστεί το πρόβλημα, χωρίς να χρειαστεί να έρθει ξανά η γυναίκα στο ιατρείο για λήψη καινούργιου υλικού. Οι μελέτες έχουν δείξει, ότι η τεχνική LBC πλεονεκτεί μόνο στην ανεύρεση περισσότερων LSIL, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει σημαντική διαφορά στην ανεύρεση HSIL, που είναι και ο κύριος στόχος μας, ειδικά σε προγράμματα μαζικού ελέγχου.

    Θα πάω στο γιατρό επειδή έμεινα έγκυος. Δεν έχω κάνει τεστ Παπανικολάου πρόσφατα. Μπορώ να κάνω;

    Εάν δεν έχει γίνει τεστ για ένα έτος και περισσότερο, θα ήταν καλό να γίνει. Συνήθως, η πρώτη εξέταση της εγκυμοσύνης είναι μια ευκαιρία για έλεγχο, ιδιαίτερα σε γυναίκες που δεν υποβάλλονται σε τακτικούς προληπτικούς ελέγχους. Ο γυναικολόγος θα καθορίσει τι περιλαμβάνει ο έλεγχος, που πρέπει να γίνει. Η λήψη του τεστ δεν είναι επικίνδυνη στην εγκυμοσύνη. Συνήθως, ο γιατρός δεν παίρνει τα κύτταρα του ενδοτραχήλου με βουρτσάκι, αλλά με βαμβακοφόρο στειλεό, για να μην επηρεαστεί το βλεννώδες πώμα του τραχήλου.

    Χρειάζονται τεστ Παπανικολάου οι γυναίκες που δεν είναι τώρα ενεργές σεξουαλικά;

    Εάν υπήρξε κάποτε μόλυνση από HPV, το τεστ πρέπει να επαναλαμβάνεται, ακόμη και στην περίπτωση, που κάποια γυναίκα δεν είναι τώρα ενεργή σεξουαλικά, για το ενδεχόμενο υποτροπής παλιάς μόλυνσης από HPV.

    Μπορεί να γίνει τεστ Παπανικολάου τις ημέρες της περιόδου;

    Το τεστ ΔΕΝ μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τη φάση της εμμηνορρυσίας, δηλαδή όταν έχουμε περίοδο. Αυτό είναι ευκόλως αντιληπτό, διότι δεν μπορείς να πάρεις κύτταρα από μια περιοχή που αιμορραγεί. Έτσι λοιπόν θα περιμένουμε τη λήξη της περιόδου. Ιδανικός είναι ο χρόνος κοντά στο μέσον του κύκλου. Αν έχουμε έναν φυσιολογικό κύκλο 28 ημερών, πολύ καλός χρονικός ορίζοντας για να κάνουμε ένα τεστ είναι κοντά στην ωοθηλακορηξία. Αυτή την περίοδο ανοίγει ο τράχηλος για να γονιμοποιηθεί το ωάριο και έτσι πολύ πιο εύκολα μπορούμε να προσλάβουμε κάποια κύτταρα από την περιοχή.

    Πρέπει να απέχει μια γυναίκα από το σεξ για να κάνει το τεστ;

    Είναι σημαντικό να τηρούμε την αποχή του διημέρου ή τριημέρου. Είναι σημαντικό, γιατί μπορεί να αλλοιωθούν τα κύτταρα ή μπορεί να προκληθούν μικροτραυματισμοί από την σεξουαλική επαφή. Βεβαίως και η μετακίνηση των κυττάρων από την είσοδο και την έξοδο του πέους, δεν μας αφήνει να έχουμε μια αντικειμενική κατόπτευση της περιοχής όσον αφορά τη λήψη των κυττάρων που εμείς επιθυμούμε.

    Χρειάζονται τεστ Παπανικολάου οι γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε υστερεκτομή;

    Εάν έχει γίνει υφολική (έχει αφαιρεθεί μόνο το σώμα της μήτρας και έχει μείνει ο τράχηλος) και βέβαια χρειάζεται τεστ Παπανικολάου. Εάν η υστερεκτομή έγινε για κακοήθεια, χρειάζεται παρακολούθηση με τεστ Παπανικολάου για το ενδεχόμενο εμφάνισης αλλοιώσεων στον κόλπο. Το ίδιο ισχύει και για περιπτώσεις με ιστορικό προκαρκινικών αλλοιώσεων στον τράχηλο της μήτρας στο παρελθόν (CIN) ή σε κάθε περίπτωση, που έγινε μεν η υστερεκτομή για άλλο λόγο (π.χ. ινομυώματα, αιμορραγίες, ενδομητρίωση), αλλά βρέθηκαν στη βιοψία αλλοιώσεις από HPV στον τράχηλο. Μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που έχει γίνει ολική υστερεκτομή για καλοήθη πάθηση και δεν υπήρξε ιστορικό με αλλοιώσεις από HPV, δεν συνιστάται κυτταρολογικός έλεγχος του κόλπου.

    Είμαι πολύ καλά, δεν έχω ενοχλήσεις, δεν έχω υγρά, χρειάζεται να κάνω τεστ Παπανικολάου;

    ΝΑΙ. Το τεστ γίνεται ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΑ, δηλαδή όταν είστε καλά. Αν έχετε κάποια ενόχληση, αν «κάτι δεν πηγαίνει καλά», επισκεφθείτε τον Γυναικολόγο γιά εξέταση, όχι γιά τεστ Παπανικολάου.

    Από ποια ηλικία είναι καλό να γίνεται το τεστ Παπανικολάου και μέχρι ποια ηλικία;

    Σύμφωνα με τις νέες οδηγίες της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας, η λήψη τεστ πρέπει να αρχίζει από τη ηλικία των 20 ετών και μετά (σε ενεργές σεξουαλικά γυναίκες). Σε γυναίκες μικρότερης ηλικίας, που έχουν αρχίσει σεξουαλικές επαφές και στις οποίες υπάρχουν προβλήματα ανοσοκαταστολής, μπορεί η λήψη του τεστ να αρχίσει νωρίτερα. Σε ατομικό επίπεδο, συνηθίζεται η λήψη τεστ Παπανικολάου να γίνεται μαζί με την ετήσια Γυναικολογική εξέταση. Σε προγράμματα μαζικού ελέγχου για την πρόληψη του καρκίνου της μήτρας έχει αποδειχθεί ότι σε γυναίκες χωρίς ιστορικό CIN θα μπορούσε η λήψη του τεστ Παπανικολάου να γίνεται ανά διετία ή και ανά τριετία. Όμως, αυτό πρέπει να αποφασίζεται από το γιατρό της κάθε γυναίκας, με βάση την ηλικία της, το ιστορικό της και τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου. Η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία, ανακοίνωσε πρόσφατα ότι γυναίκες 65 ετών ή μεγαλύτερες, που είχαν 3 πρόσφατα τεστ χωρίς παθολογία και κανένα παθολογικό τεστ εντός της τελευταίας δεκαετίας, μπορούν να σταματήσουν να ελέγχονται με τεστ Παπανικολάου. Πρέπει να τονίζεται στις γυναίκες αυτές, ότι αυτό δεν σημαίνει, ότι δεν πρέπει να ελέγχονται κάθε χρόνο για πρόληψη των καρκίνων των ωοθηκών, του ενδομητρίου, του αιδοίου και κυρίως του μαστού. Η ετήσια προληπτική κλινική εξέταση είναι απαραίτητη, όπως και άλλες εξετάσεις, που ενδεχόμενα θα υποδειχθούν από το γιατρό τους (μαστογραφία, υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων κ.ά.).

    Ποιές γυναίκες δεν χρειάζεται να κάνουν τεστ Παπανικολάου;

    Α) Γυναίκες μετά την ηλικία των 70, που τα τρία τελευταία ετήσια τεστ ήταν φυσιολογικά.
    Β) Γυναίκες που έχουν υποστεί ολική υστερεκτομή, αλλά όχι για καρκίνο ή προκαρκινικές βλάβες.

    Πήρατε την απάντηση από το τεστ Παπανικολάου. Ποια είναι η σημασία της κάθε διάγνωσης. Πώς εξηγούνται οι διάφοροι όροι που αναφέρονται στα αποτελέσματα και τι προγνωστική αξία έχουν;

    ASC. Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει τα ASCUS και ASC-H. Σε κάποια κύτταρα από πλακώδες επιθήλιο βρίσκεται ατυπία, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η σοβαρότητα και η βαρύτητά της. Εάν δοθεί θετικό αποτέλεσμα ASCUS πιθανολογούνται ελαφρύτερες αλλοιώσεις, ενώ η ταξινόμηση του τεστ ως ASC-H σημαίνει, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη σοβαρότερης αλλοίωσης. Περίπου 3-10% του συνόλου των τεστ Παπανικολάου ταξινομούνται σε αυτές τις δύο κατηγορίες. Σε πολλές μελέτες, μετά τον τελικό έλεγχο (κολποσκόπηση με ή χωρίς βιοψία και αναζήτηση HPV-DNA) έχει αποδειχθεί, ότι: 50-60% των γυναικών δεν έχουν κανένα πρόβλημα, 40-50% έχουν μόλυνση από HPV. Στις μισές από αυτές δεν υπάρχουν αλλοιώσεις στους ιστούς. Οι άλλες μισές, σχεδόν, κατατάσσονται στην κατηγορία των CIN-1, ενώ ένα 6-8% των περιπτώσεων αποδεικνύεται, ότι έχει τελικά CIN-2 ή 3. Επίσης, έχει παρατηρηθεί, ότι σε σύνολο περίπου 1.000 τεστ αυτής της κατηγορίας, ανευρίσκεται τελικά και ένας καρκίνος. LSIL. Αλλοιώσεις χαμηλού βαθμού ανευρίσκονται στο 1-3% των τεστ στο γενικό πληθυσμό και σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά, εάν επικεντρωθούμε στις μικρότερες ηλικίες. Όμως, ενώ σε γυναίκες μικρότερης ηλικίας των 21 ετών, ένα τεστ LSIL δεν έχει βαρύνουσα σημασία, σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας πρέπει να διερευνάται οπωσδήποτε. Εάν ελέγξουμε με κολποσκόπηση και βιοψία όλες τις γυναίκες των οποίων τα τεστ Παπανικολάου έδειξαν LSIL, θα βρούμε, ότι η τελική διάγνωση είναι HSIL σε ποσοστά που κυμαίνονται από 10-18%. Τα μικρότερα ποσοστά αφορούν στις νεαρότερες γυναίκες, ενώ τα υψηλότερα αφορούν στην ομάδα άνω των 35 ετών. Επομένως, αξίζει να ελέγχονται περαιτέρω οι ασθενείς με διάγνωση LSIL με το τεστ Παπανικολάου (το επόμενο βήμα είναι η κολποσκόπηση). HSIL. Στο γενικό πληθυσμό βρίσκουμε αυτό το αποτέλεσμα στα τεστ, σε μικρά ποσοστά (0,3-0,8%). Στον περαιτέρω έλεγχο (κολποσκόπηση), που οπωσδήποτε πρέπει να γίνει στην κατηγορία αυτή, συνήθως ανευρίσκονται αλλοιώσεις υψηλού βαθμού. Σε λίγες περιπτώσεις η τελική διάγνωση είναι LSIL (αφορούν συνήθως περιπτώσεις που υπερεκτιμήθηκαν στην κυτταρολογική εξέταση). Όμως, υπάρχουν και λίγες περιπτώσεις, στις οποίες το τεστ έδειξε HSIL και μετά τον έλεγχο, η τελική διάγνωση είναι διηθητικός καρκίνος (1-4%). Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε γυναίκες μεγαλύτερες των 30 ετών, όταν έχουμε HSIL στο τεστ Παπανικολάου. AGUS. Ατυπία από αδενικά κύτταρα, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια στο τεστ Παπανικολάου, ανευρίσκεται σε ποσοστά 0,2-0,8% στο γενικό πληθυσμό. Σε 50-70% από αυτές τις περιπτώσεις, ο τελικός έλεγχος θα αποδείξει, ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και ήταν μια απλή υπερεκτίμηση. Όμως, στο μεγαλύτερο μέρος των υπόλοιπων γυναικών, ο περαιτέρω έλεγχος θα δείξει κατά σειρά συχνότητας: HSIL, αδενοκαρκίνωμα in situ (μη μεταστατικό) και διηθητικό καρκίνο (σε λίγες περιπτώσεις). Όσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος. Υπάρχουν περιπτώσεις (αφορούν συνήθως γυναίκες μεγαλύτερες των 35 ετών), στις οποίες ο γιατρός θα ζητήσει να ελέγξει και το ενδομήτριο, εκτός από τον τράχηλο, για το φόβο αδενοκαρκινώματος του ενδομητρίου.

    Ποια είναι η αξιοπιστία- ακρίβεια του τεστ Παπανικολάου ;

    • Όπως σε όλες τις άλλες ιατρικές εξετάσεις, δεν λείπουν και εδώ οι ψευδώς αρνητικές και ψευδώς θετικές απαντήσεις. Πολλές γυναίκες που προσβλήθηκαν από καρκίνο του τραχήλου της μήτρας είχαν παλαιότερα ένα ή και περισσότερα αρνητικά τεστ Pap. To ποσοστό των ψευδώς αρνητικών απαντήσεων σε περιπτώσεις διηθητικού καρκίνου ποικίλλει από 16 έως 82%. Η μεγάλη διαφορά στα αναφερόμενα ποσοστά πιθανόν να οφείλεται σε λάθη μεθοδολογίας κατά την ανασκόπηση των κολποτραχηλικών επιχρισμάτων.
    • Το ποσοστό ψευδώς αρνητικών απαντήσεων σε περιπτώσεις ενδοεπιθηλιακής δυσπλασίας είναι δύσκολο να καθοριστεί επακριβώς, γιατί συνήθως δεν λαμβάνεται βιοψία από γυναίκες με αρνητικό τεστ Pap. Οι λίγες υπάρχουσες αξιόπιστες σχετικές μελέτες υπολογίζουν τη μέση ευαισθησία του τεστ Pap σε 47% (μεταξύ 30 και 80%) και τη μέση ειδικότητα σε 95% (μεταξύ 86 και 100%).
    • Η συμφωνία μεταξύ διαφορετικών κυτταρολόγων ως προς τη διάγνωση (αναπαρα- γωγιμότητα της διάγνωσης) επίσης δεν είναι απόλυτη. Σε μία μεγάλη μελέτη, κατά την οποία εξετάσθηκαν κολποτραχηλικά επιχρίσματα τα οποία ταξινομήθηκαν σε 4 διαγνωστικές κατηγορίες (αρνητικά για κακοήθεια, μη διαγνωστική ατυπία, χα- μηλού βαθμού ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία και υψηλού βαθμού ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία), η κ στατιστική παράμετρος υπολογίστηκε σε 0,46 καταδεικνύοντας μέτρια αναπαραγωγιμότητα των κυτταρολογικών διαγνώσεων. Tο μεγαλύτερο πρόβλημα αναπαραγωγιμότητας της κυτταρολογικής διάγνωσης παρουσιάστηκε στην κατηγορία της μη διαγνωστικής ατυπίας. Το μόνο παρήγορο είναι ότι στην ίδια έρευνα, η κ στατιστική παράμετρος για τα αντίστοιχα ιστολογικά παρασκευάσματα ήταν ακριβώς η ίδια (0,46), γεγονός που αποδεικνύει ότι η αναπαραγωγιμότητα της κυτταρολογικής διάγνωσης δεν υστερεί σε σχέση με την αναπαραγωγιμότητα της ιστολογικής διάγνωσης, άρα η διαφωνία μεταξύ κυτταρολόγων είναι τόσο πιθανή όσο και η διαφωνία μεταξύ παθολογοανατόμων.
    • Κατά συνέπεια, υπάρχει επιτακτική ανάγκη για σωστή και επιμελή τεχνική λήψης και επίστρωσης των κολποτραχηλικών επιχρισμάτων από γυναικολόγους ή νοσηλευτές, ούτως ώστε να λαμβάνεται επαρκές κυτταρολογικό υλικό. Ακόμη είναι απαραίτητη η επιμελής εξέταση των δειγμάτων από κυτταρολόγο με ικανοποιητική εμπειρία.
    • Ο συνδυασμός τεστ Pap και HPV DNA τεστ διαθέτει ευαισθησία >96% στην ανίχνευση υψηλόβαθμης ενδοεπιθηλιακής αλλοίωσης (HGSIL).

    Μπορεί το τεστ Παπανικολάου να κάνει λάθος;

    Το τεστ είναι μια εξέταση που έχει και λάθος αποτελέσματα. Αυτά μπορεί να οφείλονται στον τρόπο που παίρνονται τα κύτταρα ή στο από πού παίρνονται ή στον τρόπο που τοποθετούνται στα γυάλινα πλακάκια ή στον τρόπο που σταθεροποιούνται ή στον τρόπο που φυλάσονται, στην προετοιμασία της γυναίκας κλπ. Επειδή τόσοι πολλοί παράγοντες επηρεάζουν την αξιοπιστία του αποτελέσματος, είναι λογικό να κυμαίνεται το ψευδώς αρνητικό (δηλαδή το τεστ να φαίνεται φυσιολογικό, αλλά να μην είναι) σε επίπεδα από 20 – 35%. Η τακτική επανάληψη του τεστ κάθε χρόνο διορθώνει αυτό το λάθος, γιατί είναι εξαιρετικά απίθανο στατιστικά να γίνει το λάθος δύο συνεχόμενες χρονιές.

    Πώς περιγράφονται τα αποτελέσματα;

    Tα αποτελέσματα από τον Κυτταρολόγο έχουν διάφορες μορφές. Το πληρέστερο πρότυπο αποτελεσμάτων σήμερα, το σύστημα Bethesda, δυστυχώς λίγα εργαστήρια το ακολουθούν. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, όταν το δείγμα κυττάρων δεν έχει κανένα πρόβλημα (αρνητικό), περιγράφεται ως «αρνητικό γιά ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία ή κακοήθεια». Αν ο δείγμα έχει κυτταρικές ανωμαλίες περιγράφεται σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες:

    ASC – άτυπα πλακώδη κύτταρα. Είναι τα λεπτά και επίπεδα κύτταρα της επιφανείας του τραχήλου. Υπάρχουν δύο υποκατηγορίες:

    ASC-US (άτυπα πλακώδη κύτταρα μη καθορισμένης σημασίας): Τα πλακώδη κύτταρα δεν φαίνονται να είναι τελείως φυσιολογικά, αλλά ο Κυτταρολόγος δεν είναι τελείως σίγουρος για το τι σημαίνουν οι κυτταρικές αλλαγές που παρατήρησε. Συνήθως αυτό συνδέεται με μόλυνση από HPV και θεωρείται μέτριας βαρύτητας βλάβη.

    ASC-H (άτυπα πλακώδη κύτταρα που δεν αποκλείουν την ύπαρξη υψηλού βαθμού πλακώδους ενδοεπιθηλιακής βλάβης): Τα κύτταρα δεν είναι φυσιολογικά αλλά ο Κυτταρολόγος δεν είναι σίγουρος γιά την βαρύτητα της βλάβης. To ASC-H έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι προκαρκινική κατάσταση.

    AGC (άτυπα κυλινδρικά κύτταρα): Τα κυλινδρικά κύτταρα, που βρίσκονται στον ενδοτράχηλο και το ενδομήτριο, δεν φαίνονται φυσιολογικά, αλλά ο Κυτταρολόγος δεν είναι σίγουρος γιά το τι σημαίνουν οι κυτταρικές αυτές αλλαγές.

    AIS (αδενοκαρκίνωμα in situ): Προκαρκινικά κύτταρα βρίσκονται στο ενδοτράχηλο.

    LGSIL (χαμηλού βαθμού πλακώδης ενδοεπιθηλιακή βλάβη): θεωρείται πρώιμη βλάβη μέτριας βαρύητητας, που συνήθως προκαλείται από τον ιό HPV.

    HGSIL (υψηλού βαθμού ενδοεπιθηλιακή βλάβη): θεωρείται σοβαρή προκαρκινωματώδης βλάβη με αυξημένες πιθανότητες στο μέλλον να γίνει καρκίνος.

    Τι σημαίνει το μη φυσιολογικό αποτέλεσμα;

    Ότι τα κύτταρα της επιφανείας του τραχήλου της μήτρας δεν είναι φυσιολογικά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καρκίνος. Είναι σημαντικό να θυμάστε ότι το μη φυσιολογικό αποτέλεσμα συνήθως σημαίνει ότι αν δεν θεραπευθεί σωστά και έγκαιρα, τότε ίσως στο μέλλον οδηγήσει σε καρκίνο. Σε κάθε περίπτωση ο Γυναικολόγος θα σας εξηγήσει τι ακριβώς σημαίνει το αποτέλεσμα του τεστ Παπανικολάου. Υπαρχουν διάφοροι όροι που χρησιμοποούνται γιά να περιγραφεί ένα μη φυσιολογικό αποτέλεσμα:

    Δυσπλασία: δεν είναι καρκίνος, αλλά μπορεί να γίνει αν αφεθεί χωρίς θεραπεία. Ταξινομείται σε ελαφριά, μέτρια, βαριά και καρκίνωμα in situ. Η ταξινόμηση εξαρτάται από το πόσο έντονες κυτταρικές αλλαγές εμφανίζονται στο μικροσκόπιο.

    Πλακώδης ενδοεπιθηλιακή βλάβη (SIL): δεν είναι καρκίνος, αλλά μπορεί να γίνει αν αφεθεί χωρίς θεραπεία. Ταξινομείται σε χαμηλού βαθμού (LGSIL) που σημαίνει πολύ αρχικές βλάβες, και υψηλού βαθμού (HGSIL) που σημαίνει σοβαρότερες βλάβες – προκαρκινικές.

    Τραχηλική ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία (CIN): δεν είναι καρκίνος. Συνοδεύεται από ένα αριθμό από 1 έως 3 ανάλογα τη βαρύτητα. Το CIN1 συνήθως είναι πολύ ελαφριά βλάβη που συνήθως επανέρχεται μόνη της, ενώ το CIN3 θεωρείται προκαρκινική βλάβη.

    Άτυπα κύτταρα: είναι ένα μη φυσιολογικό εύρημα στο τεστ Παπανικολάου, που σίγουρα δεν είναι καρκίνος, αλλά χρειάζεται διερεύνηση.

    Τραχηλικός καρκίνος ή διηθητικός καρκίνος: Αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που δηλώνει σαφή κακοήθη βλάβη. Ακόμα και τότε η διάγνωση γίνεται όχι από το τεστ Παπανικολάου αλλά με βιοψία.

    Πόσο συχνά εμφανίζονται ανωμαλίες στο τεστ Παπανικολάου;

    Στην Ελλάδα περίπου 1 στα δέκα τεστ εμφανίζεται μη φυσιολογικό και χρειάζεται περαιτέρω έλεγχο.

    Πώς αντιμετωπίζεται ένα μη φυσιολογικό αποτέλεσμα;

    Aνάλογα με το αποτέλεσμα ο Γυναικολόγος θα προτείνει κάποιες περεταίρω ενέργειες.

    Πιθανό να δοθεί κάποια τοπική θεραπεία και μετά να γίνει έλεγχος με κολποσκόπηση (περιπτώσεις με HPV, ASC-US, ASC-H, LGSIL, HGSIL, CIN1, CIN2, CIN3). Αν συνυπάρχει κάποια φλεγμονή, είναι πιθανό να ζητηθεί μικροβιολογικός έλεγχος και θεραπεία, πριν επανελεγχθεί ο τράχηλός σας. Αν είστε σε εμμηνόπαυση, και η ατροφία είναι έντονη, πιθανό να χρειαστεί να πάρετε για λίγο καιρό τοπικά οιστρογόνα και μετά να ξαναεξεταστείτε.

    «Άτυπα κύτταρα»: ποιο είναι το επόμενο βήμα;

    Σε κάθε τέτοια περίπτωση η ασθενής πρέπει να συμβουλεύεται το γυναικολόγο της. Εκείνος είναι σε θέση να αξιολογήσει ποιο είναι το επόμενο διαγνωστικό βήμα για την ασθενή του. Εάν ο γιατρός σας υποψιάζεται ότι μπορεί να υποκρύπτεται προκαρκινική αλλοίωση ή και καρκίνος, ο περαιτέρω έλεγχος που θα σας συστήσει, συνήθως περιλαμβάνει κολποσκόπηση με ή χωρίς βιοψίες. Σε μερικές περιπτώσεις, με αμφίβολα κυτταρολογικά ευρήματα (άτυπα κύτταρα, κατηγορία «ASCUS») γίνεται αναζήτηση του DNA των HPV υψηλού κινδύνου (HPV test). Η τελική διάγνωση θα προκύψει από τη μελέτη των αποτελεσμάτων όλων των εξετάσεων (τεστ Παπανικολάου, κολποσκόπηση, ιστολογική εξέταση των βιοψιών και αποτελέσματα μοριακού ελέγχου). Η απόφαση για παρακολούθηση ή για θεραπεία αλλά και η επιλογή μεθόδου θεραπείας θα εξαρτηθεί από την τελική διάγνωση αφού ληφθεί υπόψιν και το ιστορικό της συγκεκριμένης ασθενούς (εξατομίκευση αντιμετώπισης σε κάθε γυναίκα).

    ASC: Τι είναι

    Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει τα ASCUS και ASC-H. Σε κάποια κύτταρα από πλακώδες επιθήλιο βρίσκεται ατυπία, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η σοβαρότητα και η βαρύτητά της. Εάν δοθεί θετικό αποτέλεσμα ASCUS πιθανολογούνται ελαφρύτερες αλλοιώσεις, ενώ η ταξινόμηση του τεστ ως ASC-H σημαίνει, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη σοβαρότερης αλλοίωσης. Περίπου 3-10% του συνόλου των τεστ Παπανικολάου ταξινομούνται σε αυτές τις δύο κατηγορίες. Σε πολλές μελέτες, μετά τον τελικό έλεγχο (κολποσκόπηση με ή χωρίς βιοψία και αναζήτηση HPV-DNA) έχει αποδειχθεί, ότι: 50-60% των γυναικών δεν έχουν κανένα πρόβλημα, 40-50% έχουν μόλυνση από HPV. Στις μισές από αυτές δεν υπάρχουν αλλοιώσεις στους ιστούς. Οι άλλες μισές, σχεδόν, κατατάσσονται στην κατηγορία των CIN-1, ενώ ένα 6-8% των περιπτώσεων αποδεικνύεται, ότι έχει τελικά CIN-2 ή 3. Επίσης, έχει παρατηρηθεί, ότι σε σύνολο περίπου 1.000 τεστ αυτής της κατηγορίας, ανευρίσκεται τελικά και ένας καρκίνος.

    LSIL: Τι είναι

    Αλλοιώσεις χαμηλού βαθμού ανευρίσκονται στο 1-3% των τεστ στο γενικό πληθυσμό και σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά, εάν επικεντρωθούμε στις μικρότερες ηλικίες. Όμως, ενώ σε γυναίκες μικρότερης ηλικίας των 21 ετών, ένα τεστ LSIL δεν έχει βαρύνουσα σημασία, σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας πρέπει να διερευνάται οπωσδήποτε. Εάν ελέγξουμε με κολποσκόπηση και βιοψία όλες τις γυναίκες των οποίων τα τεστ Παπανικολάου έδειξαν LSIL, θα βρούμε, ότι η τελική διάγνωση είναι HSIL σε ποσοστά που κυμαίνονται από 10-18%. Τα μικρότερα ποσοστά αφορούν στις νεαρότερες γυναίκες, ενώ τα υψηλότερα αφορούν στην ομάδα άνω των 35 ετών. Επομένως, αξίζει να ελέγχονται περαιτέρω οι ασθενείς με διάγνωση LSIL με το τεστ Παπανικολάου (το επόμενο βήμα είναι η κολποσκόπηση).

    ΗSIL: Τι είναι

    Στο γενικό πληθυσμό βρίσκουμε αυτό το αποτέλεσμα στα τεστ, σε μικρά ποσοστά (0,3-0,8%). Στον περαιτέρω έλεγχο (κολποσκόπηση), που οπωσδήποτε πρέπει να γίνει στην κατηγορία αυτή, συνήθως ανευρίσκονται αλλοιώσεις υψηλού βαθμού. Σε λίγες περιπτώσεις η τελική διάγνωση είναι LSIL (αφορούν συνήθως περιπτώσεις που υπερεκτιμήθηκαν στην κυτταρολογική εξέταση). Όμως, υπάρχουν και λίγες περιπτώσεις, στις οποίες το τεστ έδειξε HSIL και μετά τον έλεγχο, η τελική διάγνωση είναι διηθητικός καρκίνος (1-4%). Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε γυναίκες μεγαλύτερες των 30 ετών, όταν έχουμε HSIL στο τεστ Παπανικολάου.

    Τι θεραπεία χρειάζεται;

    Εάν τα αποτελέσματα δείχνουν βλάβη που πιθανό να γίνει στο μέλλον καρκίνος, τότε υπάρχει ανάγκη θεραπείας. Χωρίς θεραπεία είναι πιθανό να εμφανιστεί, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, καρκίνος. Σκοπός της θεραπείας είναι όχι να θεραπεύσει τον καρκίνο, αλλά να τον προλάβει, δηλαδή να μη δημιουργηθεί καρκίνος. Υπάρχουν διάφοροι μέθοδοι που περιγράφονται παρακάτω:

    Κρυοπηξία: απλή και ανώδυνη μέθοδος, γίνεται στο ιατρείο. Καταστρέφει τα κύτταρα της επιφανείας του τραχήλου παγώνοντας την περιοχή της βλάβης. Τα μειονεκτήματα της μεθόδου είναι ότι δεν καταστρέφει τα παθολογικά κύτταρα ομοιόμορφα σε όλη την έκταση εφαρμογής της, δεν ελέγχεται επαρκώς το βάθος που φτάνει η θεραπεία και για τους λόγους αυτούς τείνει να εγκαταλειφθεί. Ποσοστό επιτυχίας κάτω του 50%.

    Laser εξάχνωση: καταστρέφει την περιοχή της βλάβης χρησιμοποιώντας μια ακτίνα Λέιζερ (Laser). Χρειάζεται τοπική αναισθησία, γίνεται μόνο από εξειδικευμένο Γυναικολόγο, γίνεται σε κλινική, αν και δεν χρειάζεται νοσηλεία. Γίνεται μέσω κολποσκοπίου, που με τη μεγένθυση εξασφαλίζει την λεπτομερή καταστροφή της περιοχής της βλάβης σε έκταση αλλά και σε βάθος. Θεωρείται η πλέον αποτελεσματική μέθοδος (>98%).

    LEEP ή LLETZ: αφαιρεί την περιοχή της βλάβης χρησιμοποιόντας ειδικό μηχάνημα (ηλεκτροδιαθερμία) και εξάρτημα (Loop), υπό την επίβλεψη κολποσκοπίου. Γίνεται με τοπική αναισθησία ή μέθη, γίνεται σε κλινική αλλά χωρίς νοσηλεία. Προτιμάται όταν η περιοχή της βλάβης πρέπει να σταλεί για βιοψία. Θεωρείται πολύ αποτελεσματική (>95%) όταν γίνεται με κολποσκόπιο και εξειδικευμένο Γυναικολόγο. Δεν πρέπει να γίνεται χωρίς κολποσκόπιο γιατί οδηγεί σε σημαντικά ιατρικά λάθη.

    Κωνοειδής εκτομή: αφαιρεί ένα κωνοειδές κομμάτι του τραχήλου. Παλιότερα γινόταν με νυστέρι, νάρκωση και ράμματα Αυτός ο τρόπος πλέον έχει εγκαταλειφθεί γιατί είχε πολλές παρενέργειες. Σήμερα η κωνοειδής εκτομή γίνεται με Laser ή με LLETZ, μέθοδοι και οι δύο που δεν απαιτούν νάρκωση, ούτε ράμματα.

    Στον παρακάτω πίνακα φαίνεται η διάγνωση του τεστ Παπανικολάου και ο περαιτέρω έλεγχος και θεραπεία:

    Αποτέλεσμα τεστ Παπανικολάου Περαιτέρω έλεγχος – θεραπεία
    ASC-US Κολποσκόπηση (αν χρειάζεται και βιοψία)
    ASC-H Κολποσκόπηση και βιοψία
    AGC Κολποσκόπηση και βιοψία και ενδοτραχηλική διαγνωστική απόξεση
    AIS Κολποσκόπηση και βιοψία και ενδοτραχηλική διαγνωστική απόξεση
    LGSIL ή CIN1 ή ήπια δυσπλασία Κολποσκόπηση και βιοψία
    HGSIL ή CIN2 ή CIN3 ή μέτρια ή βαριά δυσπλασία ή καρκίνωμα in situ Κολποσκόπηση και βιοψία ή/και ενδοτραχηλική διαγνωστική απόξεση. Θεραπεία με Laser ή LLETZ ή κωνοειδή εκτομή.

    Χρήσιμες πληροφορίες - Κλινικο-εργαστηριακή συσχέτιση

    • Η παρουσία αυτόματα αποφολιδούμενων ενδομητρικών κυττάρων παρατηρείται φυσιολογικά μόνο κατά τις 12 πρώτες ημέρες του κύκλου. Απόπτωση εν- δομητρικών κυττάρων μετά την ημέρα αυτή μπορεί να οφείλεται στην παρουσία ενδομητρίτιδας, ενδομητρικών πολυπόδων ή στη χρήση αντισυλληπτικών ενδομητρικών συσκευών. Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η απόπτωση ενδομητρικών κυττάρων πέρα από τη 12η ημέρα του κύκλου δεν έχει σχεδόν ποτέ συσχετισθεί με την παρουσία ενδομητρικού αδενοκαρκινώματος. Για το λόγο αυτό, η παρουσία ενδομητρικών κυττάρων δεν χρειάζεται να αναφέρεται στην κυτταρολογική απάντηση σε περίπτωση γυναικών ηλικίας μικρότερης των 40 ετών. Η παρουσία ακόμα και καλοήθων ενδομητρικών κυττάρων σε τεστ Pap γυναικών ηλικίας άνω των 40 ετών, ανεξαρτήτως της ορμονικής τους κατάστασης, πρέπει να μας προβληματί- ζει δεδομένου ότι το 6% των περιπτώσεων αφορά σε καρκινώματα και το 12% σε υπερπλασία του ενδομητρίου, πόσο μάλλον όταν το 25% των γυναικών με καρκινική ή προκαρκινική αλλοίωση στο ενδομήτριο είναι ασυμπτωματικές και ουσιαστικά η αρχική ανίχνευση της καρκινικής ή προκαρκινικής αλλοίωσης δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο κυτταρολογικά.
    • Μετά κωνοειδή εκτομή ή από λανθασμένο χειρισμό, είναι δυνατόν το δείγμα να περιέχει στρωματικά ή αδενικά κύτταρα του ενδομητρίου, τα οποία μπορεί να θέσουν υπόνοια νεοπλασματικής εξεργασίας. Η ενδομητρίωση του τραχήλου πα- ρουσιάζει παρόμοια κυτταρολογική εικόνα.
    • Κύτταρα από τον πλακούντα παρατηρούνται μόνο στο 0,1% των εγκύων γυναι- κών και άρα αποτελούν ένα εξαιρετικά σπάνιο εύρημα. Η παρουσία των κυττάρων αυτών δεν αποτελεί ένδειξη επικείμενης αποβολής.
    • Με το τεστ Pap είναι εφικτός ο ορμονικός έλεγχος, δεδομένου ότι ο βαθμός ωρί- μανσης του επιθηλίου εξαρτάται από τα επίπεδα ορμονών που κυκλοφορούν στο αίμα. Τα δείγματα γι’ αυτό τον σκοπό λαμβάνονται από το πλάγιο κολπικό τοίχωμα. Ο πιο ευρέως χρησιμοποιούμενος δείκτης είναι ο δείκτης ωρίμανσης, ο οποίος είναι η αναλογία παραβασικών/διαμέσων/επιπολής κυττάρων. Η ερμηνεία του ορμονι- κού δείκτη είναι εφικτή μόνο όταν είναι διαθέσιμα η ηλικία της γυναίκας, η ημερο- μηνία της τελευταίας έμμηνης ρήσης, το κλινικό ιστορικό και το ιστορικό λήψης φαρμακευτικών σκευασμάτων.
    • Η παρουσία φλεγμονωδών κυττάρων δεν αποτελεί ένδειξη φλεγμονής του κολπικού και τραχηλικού επιθηλίου. Η παρουσία λεμφοκυττάρων προερχόμενων από λεμφοζίδια αποδίδεται σε λεμφοζιδιακή τραχηλίτιδα και η διαφορική διάγνωση πρέπει να περιλαμβάνει κάποιο λέμφωμα ή μια υψηλού βαθμού ενδοεπιθηλιακή αλλοίωση.
    • Η αφθονία κολποβακτηρίων μπορεί να συνοδεύεται από κυτταρόλυση. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί η κυτταροπλασματική αναλογία, βασικό κριτήριο για τη διάγνωση των ενδοεπιθηλιακών αλλοιώσεων.
    • Η παρουσία ακτινομυκήτων έχει ανιχνευθεί στα κολποτραχηλικά επιχρίσματα του 7% των γυναικών που χρησιμοποιούν ενδομητρικές αντισυλληπτικές συσκευές. Παρότι μόνο το 15% των ασθενών εμφανίζουν συμπτώματα, ακόμα και σε ασυ- μπτωματικές ασθενείς συστήνεται η αφαίρεση της ενδομητρικής συσκευής και η επανατοποθέτησή της μετά από επανάληψη του τεστ Pap, εφόσον αυτό θα τεκμηριώσει την απουσία του παθογόνου μικροοργανισμού.
    • Τα κυτταρολογικά κριτήρια διάγνωσης πιθανής λοίμωξης από χλαμύδια δεν επιτυγχάνουν υψηλό ποσοστό διαγνωστικής ακρίβειας.
    • Η παρουσία στοιχείων ενδεικτικών υπερκεράτωσης μπορεί να υποκρύπτει σοβαρότερες επιθηλιακές βλάβες, όπως κονδυλώματα ή ενδοεπιθηλιακή αλλοίωση.
    • Το ιστορικό χημειοθεραπείας, ακτινοθεραπείας ή χρήσης ενδομητρικών αντισυλληπτικών συσκευών αποτελούν συνήθεις αιτίες αναγεννητικής ατυπίας και πρέπει να αναφέρονται οπωσδήποτε στο παραπεμπτικό της κυτταρολογικής εξέτασης.
    • Σε περίπτωση που υπάρχει πρόβλημα διαφορικής διάγνωσης μεταξύ ατυπίας και ατροφικού επιθηλίου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί τοπικά οιστρογονικό σκεύασμα με σκοπό την τεχνητή ωρίμανση του επιθηλίου και στη συνέχεια να επανα- ληφθεί η κυτταρολογική εξέταση, 1 εβδομάδα μετά τη λήξη της θεραπείας. Οπωσδήποτε πρέπει να πραγματοποιηθεί τυποποίηση του παθογόνου στελέχους του ιού HPV. Ακόμη η κυτταρολογική εξέταση πρέπει να επαναληφθεί τουλάχιστον 2 φορές με μεσοδιάστημα 4-6 μηνών. Σε περίπτωση που οι επαναληπτικές κυτταρολογικές εξετάσεις αποβούν αρνητικές και ο εργαστηριακός έλεγχος για HPV δεν ανιχνεύσει κάποιο από τα παθογόνα στελέχη υψηλού κινδύνου, τότε η ασθενής συνεχίζει τον συνήθη προληπτικό κυτταρολογικό έλεγχο ρουτίνας. Όταν, όμως, οι επαναληπτικές κυτταρολογικές εξετάσεις αναδείξουν την παρουσία έστω και άτυπων κυττάρων ή ο εργαστηριακός έλεγχος για HPV ανιχνεύσει κάποιο από τα παθογόνα στελέχη υψηλού κινδύνου, τότε συστήνεται επαναληπτική κολποσκόπηση.
    • Η διάγνωση ατυπίας (ASC) σε μετεμηνοπαυσιακές γυναίκες επαληθεύεται ιστολογικά (ως ενδοεπιθηλιακή αλλοίωση) μόνο στο 17% των περιπτώσεων και ηπαρουσία HPV μόνο στο 10%, σε αντίθεση με τις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, στις οποίες η διάγνωση ατυπίας επαληθεύεται σε ποσοστό 46% και η παρουσία HPV σε ποσοστό 50%.
    • Η κατηγορία ASC-US εισήχθη το 1988 στο σύστημα ταξινόμησης Bethesda, προκειμένου να περιγράψει την παρουσία κυτταρικής ατυπίας πιο σοβαρής από αυτή που μπορεί να αποδοθεί σε αναγέννηση του επιθηλίου αλλά ελάχιστα αποκλίνουσας από μια σαφή διάγνωση ενδοεπιθηλιακής νεοπλασίας. Ουσιαστικά, ο όρος ASC-US εκφράζει περισσότερο μια υποψία και λιγότερο μια τυπική διάγνωση, ωστόσο η χρησιμότητά του έχει αναγνωριστεί από τη συντριπτική πλειοψηφία των κυτταρολόγων. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι το σύνολο των ASC δεν πρέπει να υπερβαίνει το 5% του συνόλου των τεστ Pap. Ειδικά, η αναλογία ASC/SIL διαγνώσεων δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3/1. Μετά την τροποποίηση του συστήματος ταξινόμησης Bethesda, το 2001, τα ASC περιστατικά διακρίθηκαν σε αυτά που παρουσιάζουν μη διαγνωστική ατυπία (ASC-US) και σε αυτά των οποίων η κυτταρολογική εικόνα δεν μπορεί να αποκλείσει την παρουσία HGSIL (ASC-H). Σε περίπτωση που διαγνωσθεί κυτταρολογικά μη διαγνωστική ατυπία των κυττάρων του πλακώδους επιθηλίου, πρέπει να ανιχνευθεί το παθογόνο στέλεχος του ιού HPV και να επαναληφθεί η κυτταρολογική εξέταση σε 4-6 μήνες. Εάν ανιχνευθούν εκ νέου άτυπα κύτταρα και το στέλεχος HPV είναι υψηλής επικινδυνότητας, τότε συνιστάται κολποσκόπηση και λήψη βιοπτικού υλικού. Εάν η κολποσκόπηση δεν τεκμηριώσει την παρουσία ενδοεπιθηλιακής αλλοίωσης ή νεοπλασίας, τότε συνιστάται επανάληψη της κυτταρολογικής εξέτασης για 2 φορές με μεσοδιάστημα 6 μηνών και επανέλεγχος του DNA του ιού HPV σε 12 μήνες. Εάν οι δύο κυτταρολογικές εξετάσεις καταδείξουν εκ νέου την παρουσία άτυπων κυττάρων, τότε συνιστάται κολποσκόπηση, αλλιώς η ασθενής δεν ανήκει πλέον στην ομάδα υψηλού κινδύνου και συνιστάται η περιοδική πλέον κυτταρολογική εξέταση ρουτίνας.
    • Η υποκατηγορία ASC-H αποτελεί το 5-10% του συνόλου των περιπτώσεων ASC. H διάγνωση ASC-H συνδυάζεται στο 48% των περιπτώσεων με ιστολογική διάγνωση HGSIL, έναντι μόνο 13% των απλών περιπτώσεων ASC-US. Η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση μιας κυτταρολογικά διαγνωσμένης περίπτωσης ASC-H είναι η διενέργεια κολποσκόπησης και η λήψη βιοπτικού υλικού. Σε περίπτωση που η κυτταρολογική ατυπία δεν επιβεβαιωθεί ιστολογικά, τότε συνιστάται ανασκόπηση του κυτταρολογικού υλικού και επανάληψη της κυτταρολογικής εξέτασης σε διάστημα 6 και 12 μηνών καθώς και η μετά έτος εργαστηριακή τυποποίηση του παθογόνου στελέχους HPV.
    Σε περίπτωση που ο περαιτέρω έλεγχος αποβεί αρνητικός, η ασθενής δεν θεωρείται ότι ανήκει πλέον σε ομάδα υψηλού κινδύνου και συνιστάται η περιοδική πλέον κυτταρολογική εξέταση ρουτίνας.
    • Αδενικά κύτταρα που μοιάζουν με τα φυσιολογικά ενδοτραχηλικά κύτταρα, παρατηρούνται περίπου στο 2% των γυναικών οι οποίες έχουν ιστορικό ολικής υστερεκτομής, ειδικά δε εκείνων που έχουν υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία. Πιθανότατα οφείλονται σε α

    Τι σημαίνει η λέξη ASCUS;

    Το συνηθέστερο αποτέλεσμα ενός τεστ Παπ είναι ότι είναι εντελώς φυσιολογικό. Από τα, ευτυχώς, λίγα στα οποία η απάντηση δεν είναι φυσιολογική, η διάγνωση με το ονομα ASCUS (άσκους) είναι η πιο συχνή. Ο μελοδραματικός τίτλος επιλέχθηκε γιατί ένα αποτέλεσμα ASCUS πολλές φορές αποτελεί αίτιο μεγάλης ψυχολογικής επιβάρυνσης, ιατρικών παρεμβάσεων, αχρείαστων ιατρικών εξόδων ακόμα και διατάραξης της σχέσης του ζευγαριού! Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αναγκαίο να συμβεί!

    Τι σημαίνει η λέξη ASCUS;

    Είναι το ακρωνύμιο των λέξεων Atypical Squamous Cells of Undetermined Significance (ASC-US). Στα ελληνικά, σημαίνει Άτυπα Πλακώδη Κύτταρα Απροσδιορίστου Σημασίας. Ας εξηγήσουμε τι θα πει το καθένα γράμμα: Άτυπα (γιατί δεν είναι απολύτως φυσιολογικά) και Πλακώδη (γιατί προέρχονται από τον τράχηλο και ο τράχηλος έχει τέτοιου είδους κύτταρα). Και πάμε τώρα στο ωραίο μέρος: Απροσδιορίστου Σημασίας. Αυτός είναι ένας πολύ φιλολογικός τρόπος για να παραδεχτούμε την ιατρική άγνοια μας για το αν αξίζει να ασχοληθούμε μαζί τους ή όχι! Με άλλα λόγια, αυτού του είδους οι αλλοιώσεις είναι τόσο ελαφρές που, ενδεχομένως, δεν θα άξιζε να ασχοληθούμε μαζί τους. Ξέρουμε σίγουρα ότι δεν είναι σοβαρού βαθμού αλλοιώσεις, ξέρουμε ότι δεν είναι καρκίνος αλλά ο Κυτταρολόγος δεν μπορεί να κατατάξει τα κύτταρα και στα φυσιολογικά. (Αν βαριέστε να διαβάσετε το υπόλοιπο κείμενο, το συμπέρασμα είναι ότι ΔΕΝ κινδυνεύετε από το ASCUS!).

    Τι μπορεί να προκαλέσει ένα αποτέλεσμα ASCUS;

    Υπάρχει μια πλειάδα λόγων για τις οποίες μπορεί να έχουμε σαν αποτέλεσμα στο τεστ Παπ ASCUS. Οι αλλαγές στα κύτταρα που αναγκάζουν τον κυτταρολόγο να βάλει τη διάγνωση ASCUS μπορεί να προκληθούν από κοινούς παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν έναν ήπιο ερεθισμό στον τράχηλο.

    Αυτή η ήπια φλεγμονή, μπορεί να συμβαίνει λόγω κάποιας φλεγμονής, όπως πχ μιας μυκητίασης ή λόγω άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων. Ανάμεσα σε αυτές τις λοιμώξεις, αξίζει να αναφέρουμε τη μόλυνση από τον ιο HPV. Υπάρχουν πολλοί τύποι του ιου HPV που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αυτού του βαθμού τις αλλοιώσεις. Λίγοι από αυτούς θα μπορούσαν να οδηγήσουν (μετά από πολλά χρόνια χωρίς παρακολούθηση και θεραπεία) στην ανάπτυξη καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Οι περισσότεροι όμως από αυτούς δεν το κάνουν.

    Το τεστ Παπ έδειξε ASCUS. Τι κάνω τώρα;

    Οι βασικές επιλογές είναι τρεις:

    1) Επανάληψη του τεστ Παπ μετά από 6 μήνες (σύμφωνα με την Αμερικάνικη Εταιρεία Παθολογίας τραχήλου μετά από ένα χρόνο)

    2) Ανίχνευση του ιού HPV

    3) Κολποσκόπηση

    Αναλυτικότερα:

    1) Επανάληψη του τεστ Παπ: Μια αλλοίωση ASCUS είναι εξαιρετικά απίθανο να υποκρύπτει σοβαρή βλάβη. Στην πραγματικότητα, σε ποσοστό περίπου 70% η βλάβη θα υποστρέψει μέσα στα επόμενα δύο χρόνια (δηλαδή το τεστ Παπ θα είναι αρνητικό) και μόνο 7% θα προχωρήσει σε σοβαρότερη βλάβη. Η πιθανότητα το ASCUS να δώσει καρκίνο του τραχήλου της μήτρας είναι μόλις 0,25%. Έτσι, αν έχουμε δύο συνεχόμενα αρνητικά (καθαρά) τεστ Παπ τότε η παρακολούθηση επιστρέφει σε ετήσια βάση. Αν και το επόμενο τεστ Παπ δείξει ASCUS ή σοβαρότερη βλάβη, τότε συνιστάται κολποσκόπηση.

    2) Ανίχνευση του ιου HPV. Αυτή είναι σύμφωνα με τις διεθνείς επιστημονικές εταιρείες ο προτιμότερος τρόπος διερεύνησης του ASCUS για τις γυναίκες άνω των 30 ετών. Το τεστ αυτό μπορεί να ανιχνεύσει την παρουσία του ιου HPV και να μας πει και ποιός τύπος υπάρχει συγκεκριμένα. Αν ανιχνευθεί κάποιος τύπος υψηλού κινδύνου για κακοήθεια, τότε συνιστάται κολποσκόπηση γιατί αυξάνει η πιθανότητα να υπάρχει κάποια προκαρκινική αλλοίωση. Αν δεν ανιχνευθεί ο ιος HPV, αυτές οι γυναίκες είναι απίθανο να έχουν προκαρκινικές αλλοιώσεις. Αυτές οι γυναίκες μπορούν να επανεξεταστούν με απλό τεστ Παπ ένα χρόνο μετά (σύμφωνα με τους Αμερικάνους κολποσκόπους η επανεξέταση μπορεί να γίνει τρία χρόνια μετά). Μέχρι τότε, κατά πάσα πιθανότητα, το ASCUS θα έχει θεραπευθεί από μόνο του.

    3) Κολποσκόπηση. Η κολποσκόπηση είναι μια εξέταση που μπορεί να πραγματοποιηθεί στο Ιατρείο. Η κολποσκόπηση επιτρέπει την εξέταση του τραχήλου σε μεγάλη μεγέθυνση και με τη χρήση χημικών ουσιών ώστε να διαπιστωθούν βλάβες που με την απλή παρατήρηση θα διέλαθαν την προσοχή μας. Η κολποσκόπηση πραγματοποιείται όπως η κλασική γυναικολογική εξέταση. Χρησιμοποιείται κολποδιαστολέας για να παρατηρήσουμε τον τράχηλο και το μηχάνημα απεικόνισης τοποθετείται μπροστά από το άνοιγμα του κόλπου (εκτός του σώματος της γυναίκας). Με τη χρήση ισχυρής πηγής φωτός και μεγεθυντικών φακών μπορούμε να εντοπίσουμε βλάβες και παθολογικά αιμοφόρα αγγεία. Η χρήση ειδικών ουσιών (οξικό οξύ) μπορεί να βοηθήσει στην εντόπιση των βλαβών. Αν κριθεί απαραίτητο, μπορούν να ληφθούν και βιοψίες. Δεν χρειάζεται αναισθησία γιατί οι βιοψίες προκαλούν ελάχιστη μόνο ενόχληση. Η περαιτέρω αντιμετώπιση καθορίζεται με βάση το αποτέλεσμα της βιοψίας και τη σοβαρότητα της βλάβης. Περισσότερες λεπτομέρειες για την κολποσκόπηση βρίσκονται >ΕΔΩ

    Συμπέρασμα

    Είναι το ακρωνύμιο των λέξεων Atypical Squamous Cells of Undetermined Significance (ASC-US). Στα ελληνικά, σημαίνει Άτυπα Πλακώδη Κύτταρα Απροσδιορίστου Σημασίας. Ας εξηγήσουμε τι θα πει το καθένα γράμμα: Άτυπα (γιατί δεν είναι απολύτως φυσιολογικά) και Πλακώδη (γιατί προέρχονται από τον τράχηλο και ο τράχηλος έχει τέτοιου είδους κύτταρα). Και πάμε τώρα στο ωραίο μέρος: Απροσδιορίστου Σημασίας. Αυτός είναι ένας πολύ φιλολογικός τρόπος για να παραδεχτούμε την ιατρική άγνοια μας για το αν αξίζει να ασχοληθούμε μαζί τους ή όχι! Με άλλα λόγια, αυτού του είδους οι αλλοιώσεις είναι τόσο ελαφρές που, ενδεχομένως, δεν θα άξιζε να ασχοληθούμε μαζί τους. Ξέρουμε σίγουρα ότι δεν είναι σοβαρού βαθμού αλλοιώσεις, ξέρουμε ότι δεν είναι καρκίνος αλλά ο Κυτταρολόγος δεν μπορεί να κατατάξει τα κύτταρα και στα φυσιολογικά. (Αν βαριέστε να διαβάσετε το υπόλοιπο κείμενο, το συμπέρασμα είναι ότι ΔΕΝ κινδυνεύετε από το ASCUS!).

    Τι μπορεί να προκαλέσει ένα αποτέλεσμα ASCUS;

    Υπάρχει μια πλειάδα λόγων για τις οποίες μπορεί να έχουμε σαν αποτέλεσμα στο τεστ Παπ ASCUS. Οι αλλαγές στα κύτταρα που αναγκάζουν τον κυτταρολόγο να βάλει τη διάγνωση ASCUS μπορεί να προκληθούν από κοινούς παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν έναν ήπιο ερεθισμό στον τράχηλο.

    Αυτή η ήπια φλεγμονή, μπορεί να συμβαίνει λόγω κάποιας φλεγμονής, όπως πχ μιας μυκητίασης ή λόγω άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων. Ανάμεσα σε αυτές τις λοιμώξεις, αξίζει να αναφέρουμε τη μόλυνση από τον ιο HPV. Υπάρχουν πολλοί τύποι του ιου HPV που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αυτού του βαθμού τις αλλοιώσεις. Λίγοι από αυτούς θα μπορούσαν να οδηγήσουν (μετά από πολλά χρόνια χωρίς παρακολούθηση και θεραπεία) στην ανάπτυξη καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Οι περισσότεροι όμως από αυτούς δεν το κάνουν.

    Το τεστ Παπ έδειξε ASCUS. Τι κάνω τώρα;

    Οι βασικές επιλογές είναι τρεις:

    1) Επανάληψη του τεστ Παπ μετά από 6 μήνες (σύμφωνα με την Αμερικάνικη Εταιρεία Παθολογίας τραχήλου μετά από ένα χρόνο)

    2) Ανίχνευση του ιού HPV

    3) Κολποσκόπηση

    Αναλυτικότερα:

    1) Επανάληψη του τεστ Παπ: Μια αλλοίωση ASCUS είναι εξαιρετικά απίθανο να υποκρύπτει σοβαρή βλάβη. Στην πραγματικότητα, σε ποσοστό περίπου 70% η βλάβη θα υποστρέψει μέσα στα επόμενα δύο χρόνια (δηλαδή το τεστ Παπ θα είναι αρνητικό) και μόνο 7% θα προχωρήσει σε σοβαρότερη βλάβη. Η πιθανότητα το ASCUS να δώσει καρκίνο του τραχήλου της μήτρας είναι μόλις 0,25%. Έτσι, αν έχουμε δύο συνεχόμενα αρνητικά (καθαρά) τεστ Παπ τότε η παρακολούθηση επιστρέφει σε ετήσια βάση. Αν και το επόμενο τεστ Παπ δείξει ASCUS ή σοβαρότερη βλάβη, τότε συνιστάται κολποσκόπηση.

    2) Ανίχνευση του ιου HPV. Αυτή είναι σύμφωνα με τις διεθνείς επιστημονικές εταιρείες ο προτιμότερος τρόπος διερεύνησης του ASCUS για τις γυναίκες άνω των 30 ετών. Το τεστ αυτό μπορεί να ανιχνεύσει την παρουσία του ιου HPV και να μας πει και ποιός τύπος υπάρχει συγκεκριμένα. Αν ανιχνευθεί κάποιος τύπος υψηλού κινδύνου για κακοήθεια, τότε συνιστάται κολποσκόπηση γιατί αυξάνει η πιθανότητα να υπάρχει κάποια προκαρκινική αλλοίωση. Αν δεν ανιχνευθεί ο ιος HPV, αυτές οι γυναίκες είναι απίθανο να έχουν προκαρκινικές αλλοιώσεις. Αυτές οι γυναίκες μπορούν να επανεξεταστούν με απλό τεστ Παπ ένα χρόνο μετά (σύμφωνα με τους Αμερικάνους κολποσκόπους η επανεξέταση μπορεί να γίνει τρία χρόνια μετά). Μέχρι τότε, κατά πάσα πιθανότητα, το ASCUS θα έχει θεραπευθεί από μόνο του.

    3) Κολποσκόπηση. Η κολποσκόπηση είναι μια εξέταση που μπορεί να πραγματοποιηθεί στο Ιατρείο. Η κολποσκόπηση επιτρέπει την εξέταση του τραχήλου σε μεγάλη μεγέθυνση και με τη χρήση χημικών ουσιών ώστε να διαπιστωθούν βλάβες που με την απλή παρατήρηση θα διέλαθαν την προσοχή μας. Η κολποσκόπηση πραγματοποιείται όπως η κλασική γυναικολογική εξέταση. Χρησιμοποιείται κολποδιαστολέας για να παρατηρήσουμε τον τράχηλο και το μηχάνημα απεικόνισης τοποθετείται μπροστά από το άνοιγμα του κόλπου (εκτός του σώματος της γυναίκας). Με τη χρήση ισχυρής πηγής φωτός και μεγεθυντικών φακών μπορούμε να εντοπίσουμε βλάβες και παθολογικά αιμοφόρα αγγεία. Η χρήση ειδικών ουσιών (οξικό οξύ) μπορεί να βοηθήσει στην εντόπιση των βλαβών. Αν κριθεί απαραίτητο, μπορούν να ληφθούν και βιοψίες. Δεν χρειάζεται αναισθησία γιατί οι βιοψίες προκαλούν ελάχιστη μόνο ενόχληση. Η περαιτέρω αντιμετώπιση καθορίζεται με βάση το αποτέλεσμα της βιοψίας και τη σοβαρότητα της βλάβης.

    Τι σημαίνει AGUS

    Ο όρος AGUS ή AGS (Άτυπα αδενικά κύτταρα) περιγράφει μία ιδιαίτερη κατηγορία κυτταρικών αλλοιώσεων του αδενικού επιθηλίου που υποδηλώνει ένα αυξημένο κίνδυνο ανεύρεσης υψηλόβαθμων επιθηλιακών αλλοιώσεων, ο οποίος αφορά τον τράχηλο και πιθανόν το ενδομήτριο. Για το λόγο αυτό, τα κυτταρολογικά αποτελέσματα AGUS θα πρέπει να διερευνηθούν με ιδιαίτερη προσοχή. (Χρειάζεται άμεση κολποσκόπηση ή ειδική διερεύνηση)

    Γιατί να επιλέξει κάποια φίλη το κέντρο μας για να κάνει ΤΕΣΤ ΠΑΠ :

    Δημιουργήσαμε ένα χώρο με άμεση πρόσβαση (δίπλα στο σταθμό ΜΕΤΡΟ Κατεχάκη) με πολύ μεράκι και αγάπη, με σκοπό να δώσουμε στις γυναίκες φίλες τη δυνατότητα να μας γνωρίσουν και να κάνουν στο κέντρο μας αυτή την τόσο σημαντική προληπτική ιατρική εξέταση.Εμείς κάνουμε ταυτόχρονα και τη λήψη και τη διάγνωση του ΤΕΣΤ ΠΑΠ.

    Πέραν όμως του πολύ χαμηλού οικονομικού κόστους, οι υπηρεσίες μας είναι πολύ υψηλής ποιότητας και για το λόγο αυτό είμαστε ένα από τα ελάχιστα κυτταρολογικά εργαστήρια στην Ελλάδα που έχουν διαπιστευθεί κατά ELOT EN ISO 15189. Η πιστοποίησή μας αυτή δεν είναι κενό γράμμα, αλλά αντανακλά την συνολική προσπάθειά μας να παρέχουμε αξιόπιστες, διεθνώς αναγνωρισμένες ιατρικές υπηρεσίες, εφαρμόζοντας ένα Σύστημα Ολικής Διαχείρισης Ποιότητας και δίνοντας σημασία σε όλες αυτές τις λεπτομέρειες που μας φέρνουν πιο κοντά στα σύγχρονα Ευρωπαϊκά Πρότυπα. Επιγραμματικά και μόνο θα αναφερθώ σε μερικά από τα χαρακτηριστικά που μας κάνουν να ξεχωρίζουμε:

    Άνετοι και λειτουργικοί χώροι δειγματοληψίας
    Μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας (δύο μηχανήματα κυτταρολογίας υγρής φάσης, σύστημα αυτόματης χρώσης, κυτταροφυγόκεντροι, μικροσκόπια με καμέρα)
    Άριστα εκπαιδευμένο προσωπικό για ανώδυνες λήψεις τεστ παπ
    Οι 4 ιατροί κυτταρολόγοι του κέντρου μας είναι καταξιωμένοι επιστήμονες διεθνούς εμβέλειας, με πλούσιο επιστημονικό έργο
    Τηρούμε πλήρες αρχείο πλακιδίων και παραπεμπτικών σε βάθος 10ετίας
    Εφαρμόζουμε μέτρα εσωτερικού ελέγχου ποιότητας
    Συμμετέχουμε σε προγράμματα εξωτερικού ελέγχου ποιότητας
    Κάθε ΤΕΣΤ ΠΑΠ μικροσκοπείται από 2 τουλάχιστον κυτταρολόγους
    Έκδοση απάντησης εντός 24 ωρών
    Απάντηση με εικόνες από αντιπροσωπευτικές θέσεις
    Σχολιασμός εικόνων από ειδικό κυτταρολόγο
    Δωρεάν παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, εαν χρειαστεί από τον Επιστημονικό διευθυντή και τους γιατρούς μας