Είστε εδώ

Σπάνιες μορφές καρκίνου

Η εμφάνιση του καρκίνου είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού μίας ή περισσότερων γενετικών μεταλλαγών με μια σειρά από περιβαλλοντολογικούς παράγοντες.

Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα κατά προσέγγιση 50.000 νέα κρούσματα όλων των μορφών καρκίνου κάθε χρόνο, από τα οποία περίπου το 10% σχετίζεται με γονίδια προδιάθεσης και αντιστοιχεί σε σπάνιες μορφές καρκίνου. Συνήθως εμφανίζονται σε οικογένειες με πολλαπλά περιστατικά ιδίων ή διαφορετικών τύπων καρκίνου σε τρεις ή τέσσερις γενεές και η εμφάνιση του καρκίνου συμβαίνει σε άτομα σχετικά νεαρής ηλικίας (30-50 χρόνων), γεγονός το οποίο υποδηλώνει την ύπαρξη κάποιων κληρονομούμενων παραγόντων προδιάθεσης στον καρκίνο.

Υπάρχουν περισσότερα από 60 διαφορετικά είδη σπάνιων μορφών καρκίνου, τα οποία όμως, εάν αθροιστούν, αποτελούν ένα πολύ σημαντικό ποσοστό του συνόλου των κρουσμάτων καρκίνου.

Στο πλαίσιο των πιο συχνών καρκίνων, όπως ο καρκίνος του μαστού, του παχέος εντέρου, του προστάτη και του παγκρέατος, υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό αυτών (περίπου 10%) το οποίο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε κληρονομούμενες μεταλλάξεις σε γονίδια προδιάθεσης στον καρκίνο. Η πιο μελετημένη μορφή είναι ο κληρονομικός καρκίνος μαστού/ ωοθηκών, ο οποίος χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση καρκίνου μαστού ή/και ωοθηκών σε νεαρή ηλικία και σχετίζεται με μεταλλάξεις στο γονίδια BRCA1 και BRCA2. Συχνές είναι οι περιπτώσεις αμφοτερόπλευρων εκδηλώσεων νεοπλασμάτων μαστού αλλά και καρκίνου ωοθηκών στην ίδια ασθενή.

Μεταλλάξεις και σε άλλα γονίδια, όμως, προδιαθέτουν για καρκίνο του μαστού (πίνακας). Για παράδειγμα, πρόσφατα αποδείχτηκε ότι ορισμένα περιστατικά λοβιακού καρκίνου του μαστού εάν συνδυάζονται με καρκίνο του στομάχου διαχύτου τύπου (στην ίδια ασθενή ή σε συγγενή της) είναι πολύ πιθανό να σχετίζονται με μεταλλάξεις στο γονίδιο της Ε-καντερίνης.

Μια άλλη, σχετικά συχνή μορφή είναι ο κληρονομικός μη-πολυποδισιακός καρκίνος του παχέος εντέρου (HNPCC ή σύνδρομο Lynch). Οι πιο συχνοί όγκοι σε οικογένειες που φέρουν μεταλλάξεις σε κάποιο από τα υπεύθυνα γονίδια είναι του παχέος εντέρου (με εντοπισμό στη δεξιά πλευρά του εντέρου) και του ενδομητρίου. Πιο σπάνια αλλά πιο χαρακτηριστική, είναι η οικογενής αδενωματώδης πολυποδίαση (FAP), όπου πολλαπλοί πολύποδες, που σε κάποιες περιπτώσεις φτάνουν και τις μερικές χιλιάδες, εμφανίζονται κατά μήκος του παχέος εντέρου ακόμα και κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Οι πολύποδες αυτοί είναι το εναρκτήριο λάκτισμα μιας σειράς γεγονότων που μεταβαίνουν στην εξαλλαγή και τελικά οδηγούν στην καρκινογένεση. Η έγκαιρη διάγνωσή τους και η αφαίρεσή τους προλαμβάνει την ανάπτυξη καρκίνου. Μια ήπια παραλλαγή είναι η εξασθενημένη πολυποδίαση, η οποία οφείλεται στο γονίδιο ΜΥΗ, στην οποία ο αριθμός πολυπόδων είναι μικρότερος και η ηλικία εμφάνισης ορίζεται περί τα 35 έτη. Σε αυτή τη μορφή ο τρόπος κληρονόμησης είναι υπολειπόμενος, δηλαδή δύο φαινοτυπικά υγιείς γονείς, φορείς μεταλλάξεων του γονιδίου MutYH, έχουν 25% πιθανότητα να αποκτήσουν απογόνους που θα νοσούν.

Συχνά ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν επηρεάζουν ουσιαστικά την κλινική εικόνα των ασθενών μπορούν να βοηθήσουν στη σωστή διάγνωση για την εύρεση μιας κληρονομικής μετάλλαξης. Τέτοια περίπτωση είναι το σύνδρομο Peutz-Jeghers, ένα σπάνιο σύνδρομο με συχνότητα 1 στους 200.000, όπου το κλινικό γνώρισμα αποτελούν τα στίγματα μελανίνης περιστοματικά σε άτομα-φορείς μεταλλάξεων του γονιδίου STK11. Τα άτομα αυτά έχουν 85% πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου σε διάφορα όργανα, όπως στο λεπτό έντερο, στο πάγκρεας και στον μαστό.

Ποιοι πρέπει να υποβληθούν σε γενετική εξέταση; Οι γενετικές εξετάσεις αφορούν άτομα (ή μέλη της οικογένειάς τους) τα οποία έχουν νοσήσει από κάποια μορφή καρκίνου σε νεαρή ηλικία (<50 ετών). Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η παρουσία σύγχρονων, μετάχρονων αλλά και αμφοτερόπλευρων καρκίνων.

Πώς πραγματοποιείται η γενετική εξέταση; Προτού προβούμε στη γενετική εξέταση, για την οποία απαιτείται μια απλή αιμοληψία, απαραίτητη είναι η ενημέρωση και έγγραφη συγκατάθεση του/της ασθενούς, αλλά και η κατασκευή αναλυτικού γενεαλογικού δέντρου της οικογένειας.

Παρά το γεγονός ότι οι κληρονομούμενες μορφές καρκίνου είναι λιγότερες σε σχέση με τις σποραδικές, τα εξειδικευμένα γενετικά τεστ παρέχουν τη δυνατότητα έγκαιρης ανίχνευσης των ατόμων που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Η γνώση αυτή βοηθά στον καλύτερο χειρισμό του όλου προβλήματος στο πλαίσιο της οικογένειας και μπορεί να μειώσει σημαντικά τον αριθμό των θανάτων από καρκίνο.