Είστε εδώ

Η ”ενοχλητική” μη ειδική βακτηριδιακή κολπίτιδα. (bacterial vaginosis)

Ο αιμόφιλος του κόλπου αν και αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου πολλών φυσιολογικών γυναικών, μπορεί παρόλα αυτά να αποτελέσει το συχνότερο αίτιο μη ειδικής βακτηριδιακής κολπίτιδας.

Αποτελεί ένα από τα συχνότερα αίτια προσέλευσης μιας γυναίκας στον γυναικολόγο λόγω της έντονης κολπικής υπερέκκρισης αλλά και της ενοχλητικής δυσοσμίας την οποία προκαλεί, ωστόσο μπορεί να είναι σε κάποιο ποσοστό ασυμπτωματική (50%). Ανευρίσκεται στο 9% των γυναικών που εξετάζονται στην πρωτοβάθμια περίθαλψη,στο 15% των εγκύων και στο 20-25% των γυναικών που υποβάλλονται σε διακοπή κύησης.

Τα συμπτώματα -όταν αυτά υπάρχουν- είναι κυρίως αυξημένη κολπική έκκριση και η χαρακτηριστική οσμή ιχθύος (”ψαρίλα”)η οποία είναι πιο έντονη και δυσάρεστη μετά την σεξουαλική επαφή αλλά και κατά την διάρκεια της εμμήνου ρύσεως (περιόδου).Το γαλακτόχροο έκκριμα ανευρίσκεται συχνά κατά την κολπική εξέταση προσκολλημένο στα τοιχώματα του κόλπου ενώ μπορεί να είναι αφρώδες.Το αιδοίο και ο κόλπος δεν παρουσιάζουν σημεία φλεγμονής.
Η καλλιέργεια κολπικού υγρού δεν κατέχει την πρώτη θέση στην διάγνωση της μη ειδικής βακτηριδιακής κολπίτιδας, μια και το 30-50% των γυναικών είναι αποικισμένο με Garnerella vaginalis, μυκοπλάσματα και αναερόβιους μικροοργανισμούς ως μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου. Ωστόσο συνίσταται να γίνεται, διότι σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί η κολπίτιδα να είναι επιλεγμένη και από άλλους μικροοργανισμούς (μυκοπλάσμα,ουρεόπλασμα,χλαμύδια) οι οποίοι σε μεγάλο ποσοστό μπορούν με την ανιούσα οδό (κόλπος->τραχηλος->μητρα->σάλπιγγες) να προκαλέσουν οξεία πυελική φλεγμονή. Αν και είναι αμφιλεγόμενο αν τελικά ο Αιμόφιλος του κόλπου μεταδίδεται με την σεξουαλική επαφή, ωστόσο έχει παρατηρηθεί αυξημένη επιπτωση σε γυναικες με συχνή αλλαγή σεξουαλικών συντρόφων ή με εναν νέο σεξουαλικό σύντροφο. Οπότε δεν ευθύνονται πετσέτες και τουαλέτες για την μετάδοσή της διότι προκαλείται από βακτήρια που ούτως ή άλλως υπάρχουν στην φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου.

Διαγνωστικά κριτήρια της μη ειδικής βακτηριδιακής κολπίτιδας -η συχνότερη αιτία της οποίας είναι η Gardnerella vaginalis – ειναι τα παρακάτω(κριτήρια του Amsel):

1. χαρακτηριστικό κολπικό έκκριμα
2.οσμή υχθύος (θετικό τεστ αμινών)
3.κολπικό ph >4,5
4.clue cells -κύτταρα του κόλπου καλυμμένα από βακτήρια – ενδεικτικά της διάγνωσης στην μικροσκοπική εξέταση.

Θα πρέπει να επισημάνουμε πως η ύπαρξη εμμήνου ρύσεως (περιόδου), η ύπαρξη σπέρματος στον κόλπο καθώς και η λοίμωξη από τριχομονάδες,γονόκκοκο και άλλα , μπορούν να δώσουν θετικό τεστ αμινών όπως και αυξημένο ph στην εξέταση του κολπικού επιχρίσματος.

Οι επιπλοκές της μη ειδικής βακτηριδιακής κολπίτιδας μπορεί να είναι σοβαρές κυρίως στις έγκυες διότι ούτως ή άλλως οι εκκρίσεις είναι αυξημένες οπότε θεωρείται ”ύπουλη” .Η ανέυρεση μη ειδικής βακτηριδιακής κολπίτιδας στην κύηση αποτελεί αίτιο αυτόματης αποβολής,πρόωρου τοκετού, ενδομητρίτιδας μετά τον τοκετό. Χειρουργεία που διεξάγονται στον κόλπο όπως κολπορραφία,κολπική υστερεκτομή μπορουν να επιπλακούν από φλεγμονές των βλεννογόνων.

Η θεραπεία της μη ειδικής βακτηριδιακής κολπίτιδας περιλαμβάνει την τοπική θεραπεία (κολπικά υπόθετα, κρέμες ή gel με ενδοκολπικούς εφαρμοστήρες) όπως και την συστηματική αγωγή (από του στόματος).Η θεραπεία είναι αποτελεσματική αν και συχνά εμφανίζονται υποτροπές σε άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα. Σημαντική βοήθεια στην αποφυγή συχνών υποτροπών προσφέρουν σκευάσματα που ενισχύουν την χλωρίδα του κόλπου αυξάνοντας τον αποικισμό του από γαλακτοβάκκιλους καθώς και η χρήση ήπιων σκευασμάτων για την τοπική περιποίηση της ευαίσθητης περιοχής (όχι ισχυρά αντισηπτικά ενδοκολπικά ή εξωτερικής χρήσης διότι καταστρέφουν την χλωρίδα της περιοχής)